Γιατί ενώ ξεκινάνε με τις καλύτερες των προθέσεων, κάποιες σχέσεις…
μακροημερεύουν και κάποιες άλλες αποτυγχάνουν παταγωδώς; Το μυστικό της ευτυχίας κρύβεται στη συμπεριφορά, εξηγούν οι ειδικοί.

Όπως αποκαλύπτουν οι στατιστικές, οι μήνες από τον Μάιο ως τον Σεπτέμβριο είναι η περίοδος των γάμων. Μάλιστα, ο Ιούνιος είναι ο πιο δημοφιλής μήνας για γάμους και ακολουθεί ο Ιούλιος, ο Αύγουστος και ο Σεπτέμβριος. Είναι ίσως εντυπωσιακό, αν σκεφτούμε ότι τον Ιούνιο, λόγου χάρη, σχεδόν καθημερινά μόνο στις Η.Π.Α. 13.000 ενήλικοι λένε το πολυπόθητο «δέχομαι» στον/στη σύντροφό τους και δεσμεύονται σε μία μακροχρόνια συμβίωση, γεμάτη ευτυχία, επικοινωνία και αγάπη. Στην πραγματικότητα, όμως, τα πράγματα δεν συμβαίνουν ακριβώς έτσι. Συχνά οι γάμοι καταλήγουν σε αποξένωση, προβλήματα επικοινωνίας, δυσάρεστα συναισθήματα, χωρισμό και, βέβαια, διαζύγιο. Από όλους τους ανθρώπους που παντρεύονται μόνο οι 3 στους 10 παραμένουν σε υγιείς, ευτυχισμένους γάμους, αποκαλύπτουν οι έρευνες. Γιατί συμβαίνει αυτό;

Το προφίλ της πετυχημένης σχέσης
Σχετικές έρευνες και μελέτες έχουν γίνει πολλές. Οι ειδικοί έχουν προσπαθήσει να σκιαγραφήσουν το προφίλ του πετυχημένου γάμου και της ευτυχισμένης σχέσης, να υπολογίσουν τα χρόνια που πρέπει να έχει διαφορά το ζευγάρι, το πόσα και τι παιδιά πρέπει να κάνει, πόσα χρήματα να κερδίζει, έχουν τονίσει τη σημασία της «χημείας», των κοινών στόχων και της παρόμοιας κοσμοθεωρίας… Το ζήτημα είναι όμως ότι όλα τα παραπάνω είναι παράμετροι τις οποίες συνήθως εμείς οι άνθρωποι που απαρτίζουμε το ζευγάρι δεν μπορούμε να επηρεάσουμε ή να αλλάξουμε. Και τι θα κάνουμε; Θα αφήσουμε τα πράγματα στην τύχη τους; Όχι! Θα προσπαθήσουμε να ελέγξουμε αυτό που σίγουρα μπορούμε, που δεν είναι άλλο από τη συμπεριφορά μας απέναντι στον/στη σύντροφό μας. Το μυστικό για μια καλή και μακρόχρονη σχέση ίσως κρύβεται σε μερικές απλές λέξεις, όπως είναι η ευγένεια, η γενναιοδωρία, η κατανόηση, το ενδιαφέρον για τον άλλον, η καλή πρόθεση απέναντί του και η έλλειψη ανταγωνισμού.

Χωρίς επιθετική διάθεση
Δύο ψυχολόγοι, ο John Gottman και ο Robert Levenson, έκαναν, το 1986, ένα πείραμα με νιόπαντρα ζευγάρια. Τα έφεραν στο εργαστήριό τους για να παρατηρήσουν πώς λειτουργούν οι σύντροφοι μεταξύ τους. Τους ζήτησαν να μιλήσουν για τη σχέση τους και, ταυτόχρονα, με ηλεκτρόδια μετρούσαν τους καρδιακούς παλμούς, τη ροή του αίματος, καθώς και την ποσότητα του ιδρώτα που παρήγαν. Τους ξαναείδαν μετά από 6 χρόνια. Κάποιοι ήταν ακόμα ευτυχισμένοι στις σχέσεις τους και κάποιοι είχαν είτε χωρίσει είτε ζούσαν μαζί δυστυχισμένοι. Αυτό που παρατήρησαν οι ερευνητές ήταν ότι οι «δυστυχισμένοι» είχαν σημειώσει έντονες καταγραφές στα ηλεκτρόδια πριν από χρόνια (είχαν πιο γρήγορο καρδιακό ρυθμό, πιο γρήγορη ροή αίματος και περισσότερο ιδρώτα). Ενώ, δηλαδή, φαίνονταν ήρεμοι, οι σωματικές τους αντιδράσεις φανέρωναν ότι όταν κάθονταν δίπλα στον/στη σύζυγό τους και μίλαγαν για τη σχέση τους, το σώμα τους αντιδρούσε με βάση τους αρχέγονους μηχανισμούς του στρες, σαν να χρειαζόταν να αντιμετωπίσουν ένα ζώο έτοιμο να τους επιτεθεί. Περνώντας τα χρόνια, οι συγκεκριμένοι ερευνητές έκαναν πολλά πειράματα και κατέληξαν στο ίδιο συμπέρασμα: όσοι είχαν έντονες σωματικές αντιδράσεις όταν νιόπαντροι μιλούσαν για τη σχέση τους, κατέληγαν να δυστυχήσουν στους γάμους τους. Ακόμα και όταν περιέγραφαν ευχάριστες στιγμές, οι σωματικές τους λειτουργίες έδειχναν ότι ήταν έτοιμοι να επιτεθούν ή να αντιμετωπίσουν κάποια επίθεση. Οι «ευτυχισμένοι», από την άλλη, είχαν πιο φυσιολογικές σωματικές λειτουργίες. Ένιωθαν ήρεμοι, όχι απαραίτητα γενικά στη ζωή τους, αλλά στο πλαίσιο της σχέσης τους και της επικοινωνίας με τον/τη σύντροφό τους.

Ανταπόκριση στις προτιμήσεις του άλλου
Ο John Gottman θέλησε να διερευνήσει περαιτέρω πώς οι «ευτυχισμένοι» κατάφερναν να δημιουργήσουν αυτή την ατμόσφαιρα της ζεστασιάς και της οικειότητας. Έτσι, το 1990, προσκάλεσε 130 νιόπαντρα ζευγάρια να περάσουν τη μέρα τους στο εργαστήριό του, που το είχε διαμορφώσει σαν σπίτι, και να τα παρατηρήσει στην καθημερινότητά τους καθώς τρώνε, μαγειρεύουν, καθαρίζουν, συζητάνε, ακούνε μουσική και χαλαρώνουν. Σε αυτό το σημείο της έρευνας παρατήρησε κάτι πολύ σημαντικό: ότι στη διάρκεια της ημέρας οι σύντροφοι κάνουν εκκλήσεις για σύνδεση ο ένας στον άλλον. Ας πούμε, για παράδειγμα, ότι ο σύζυγος είναι φυσιολάτρης και ξαφνικά παρατηρεί ένα ωραίο ουράνιο τόξο. Κάνει ένα σχόλιο στη σύντροφό του και εκείνη μπορεί είτε να το ενστερνιστεί είτε να αδιαφορήσει. Μπορεί να φαίνεται απλοϊκό, αλλά ο σύζυγος φέρνει το ουράνιο τόξο στη συζήτηση για να βρει έναν κοινό τόπο με τη γυναίκα του. Ο John Gottman παρατήρησε ότι όσοι ή όσες σύζυγοι έδειχναν ενδιαφέρον για τις παρατηρήσεις του/της συντρόφου τους είχαν τελικά καλύτερη σχέση από ό,τι όσοι/-ες συνέχιζαν την προηγούμενη ασχολία τους χωρίς να δείχνουν ενδιαφέρον. Οι «ευτυχισμένοι», από ό,τι φάνηκε, ακολουθούσαν και ενστερνίζονταν τις παρατηρήσεις του ή της συντρόφου τους στις 9 από τις 10 περιπτώσεις.
Ευγένεια και γενναιοδωρία
Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο είναι η ευγένεια, η καλή πρόθεση και η γενναιοδωρία. Όταν φερόμαστε στον/στη σύντροφό μας έτσι, τότε και εκείνος/-η θα μας το ανταποδώσει και η σχέση μας θα φέρει αυτά τα χαρακτηριστικά. Αν, δηλαδή, ο/η σύντροφός μας εκφράσει μία ανάγκη και ανταποκριθούμε σε αυτήν, εκείνος/-η θα το εκτιμήσει. Αντίθετα, το να παραμελούμε τον/τη σύντροφό μας και τις ανάγκες του/της, όσο μικρές ή ασήμαντες και αν μας φαίνονται, θα μας οδηγήσει σε προβλήματα στη σχέση. Ακόμα και στους καβγάδες, έχει σημασία η καλοσύνη και η ευγένεια. Αυτές δεν σημαίνουν ότι δεν θα εκφράσουμε τα όσα νιώθουμε και πιστεύουμε, αλλά ότι θα αποφύγουμε τους χαρακτηρισμούς και την επίθεση και θα εκφραστούμε με ηρεμία και καλή πρόθεση. Η γενναιοδωρία, που μπορεί να σημαίνει να πάρουμε ένα μικρό δώρο για τον/τη σύντροφό μας, να του/της κάνουμε ένα κομπλιμέντο, να του/της μαγειρέψουμε, να του/της κάνουμε μασάζ, μπορεί να είναι μικρές αλλά σημαντικές κινήσεις για μια καλή σχέση. Σημαντική είναι επίσης και η καλή πρόθεση. Για παράδειγμα, αν ο/η σύζυγός μας κάνει κάποιο λάθος, δεν χρειάζεται να βιαστούμε να του/της αποδώσουμε κακή πρόθεση, αλλά μπορούμε να θεωρήσουμε ότι ήταν τυχαίο, όπως κάνουν συνήθως οι «ευτυχισμένοι». Για παράδειγμα, ο σύζυγός μας επιστρέφει από το γραφείο και δεν φέρνει γάλα, όπως του είχαμε ζητήσει. Είναι λάθος να θεωρήσουμε ότι το κάνει για να μας εκνευρίσει· είναι πιο χρήσιμο να σκεφτούμε ότι μπορεί να είχε πολλά πράγματα στο μυαλό του και να το ξέχασε.
Αν, από την άλλη πλευρά, η σύζυγος αργήσει στην έξοδο με τον σύζυγό της δεν σημαίνει ότι το έκανε επειδή δεν είναι σημαντικός για εκείνη, αλλά μπορεί πράγματι να της προέκυψε κάτι που την καθυστέρησε.

Χαίρεσαι με τη χαρά του;
Ένα πρόβλημα των «δυστυχισμένων» ζευγαριών είναι ότι δεν μπορούν να χαρούν ο ένας με τη χαρά του άλλου. Όλοι έχουμε συνηθίσει να λέμε ότι οι σύντροφοι πρέπει να είναι εκεί ο ένας για τον άλλον τόσο στις χαρές όσο και στις δυσκολίες. Στην πραγματικότητα έχει πιο μεγάλη σημασία το πώς αντιδρούμε στα καλά νέα του άλλου και το πώς ή πόσο μπορούμε να μοιραστούμε τη χαρά του. Αν, ας πούμε, ο/η σύντροφός μας μάς ανακοινώσει ότι τον/τη δέχτηκαν σε ένα καινούργιο σεμινάριο και είναι χαρούμενος/-η γι’ αυτό, εμείς θα πρέπει να ανταποκριθούμε και να χαρούμε με τη χαρά του/της λέγοντας, για παράδειγμα:

«Α, τι ωραία, συγχαρητήρια, πες μου περισσότερα για τα μαθήματα που θα παρακολουθήσεις», και όχι να αδιαφορήσουμε ή να τον/την αγχώσουμε λέγοντας: «Και πώς θα προλαβαίνεις, θα παραμελήσεις τις άλλες σου υποχρεώσεις». Γενικά στις έρευνες έχει φανεί ότι τα ζευγάρια που έχουν αυτού του είδους την ενεργητικά θετική αντίδραση και συμπεριφορά στη χαρά του/της συντρόφου τους έχουν και περισσότερες πιθανότητες να παραμείνουν μαζί.

Πηγή