Με τη Βενεζουέλα οι σχέσεις της Ελλάδας είναι στενές: κατά τη διάρκεια…
της περυσινής προεκλογικής περιόδου η λατινοαμερικανική χώρα είχε λειτουργήσει ως υπόδειγμα αριστερής διακυβέρνησης. Αλλά και ως πεδίο αντιπαραθέσεων μεταξύ Νέας Δημοκρατίας και ΣΥΡΙΖΑ, με νωπές τις θύμησες πολλών για τα «θρυλικά» επιχειρήματα για την έλλειψη βασικών αγαθών μέχρι και χαρτιών υγείας.

Τα χαρτιά υγείας είναι εσχάτως είδος εν ανεπάρκεια, μαζί με δεκάδες άλλα αγαθά στη χώρα, ενώ η Βενεζουέλα έχει όντως κάτι κοινό με την Ελλάδα. Οπως έχει και με την Ουκρανία και το Πουέρτο Ρίκο.

Αντιθέτως, αν μέχρι πρότινος η σύγκριση της χώρας μας με οικονομίες όπως αυτές της Ζάμπια ή της Ουγκάντα έμοιαζε τουλάχιστον προσβλητική, η αλήθεια είναι ότι με βάση τα τελευταία διεθνή στοιχεία αυτοί που θα έπρεπε να ενοχληθούν από τη σύγκριση είναι οι ηγέτες των χωρών αυτών. Οπως επίσης και της Αλβανίας, του Πακιστάν, του Λιβάνου, της Κένυας, ακόμα και του Ελ Σαλβαδόρ. Ολες οι προαναφερόμενες χώρες έχουν υψηλότερη βαθμολογία από την Ελλάδα στη διεθνή κατάταξη με βάση τις πιθανότητες χρεοκοπίας τους!

Μοιάζει απίστευτο αλλά η πραγματικότητα είναι σκληρή: η Ελλάδα, το Πουέρτο Ρίκο, η Ουκρανία και η Βενεζουέλα έχουν παραπλήσιες πιθανότητες να χρεοκοπήσουν στο ορατό μέλλον. Κι αυτό δεν είναι ένα αυθαίρετο συμπέρασμα αλλά βασίζεται στα στοιχεία που προκύπτουν από τον συνδυασμό της υφιστάμενης πιστοληπτικής τους ικανότητας, όπως αυτή κατά περίπτωση βαθμολογείται από τους αρμόδιους οίκους της Fitch Ratings, της Standard & Poor’s και της Moody’s, αλλά και από το ύψος των ασφαλίστρων χρεοκοπίας κάθε χώρας, των περιβόητων CDS. Οντως, με βάση τον ιστότοπο www.tradingeconomics.com, που παρέχει οικονομικά στοιχεία για 232 χώρες αναλύοντας συνολικά 300.000 διαφορετικούς οικονομικούς δείκτες, Ελλάδα, Πουέρτο Ρίκο, Βενεζουέλα και Ουκρανία έχουν την ίδια -εξαιρετικά χαμηλή- πιστοληπτική ικανότητα, καθώς οι οίκοι Moody’s και Fitch τις βαθμολογούν στην κλίμακα Caa3, ενώ η Standard & Poor’s μόλις προ μηνός αναβάθμισε την πιστοληπτική αξιολόγηση της χώρας μας κατά μία κλίμακα, ανεβάζοντάς την από τη χαμηλότερη βαθμίδα (σε Β- από CCC+).

Το δε αξιοσημείωτο είναι ότι ακόμα και μεταξύ των τεσσάρων αυτών οικονομιών -προσοχή, σε σύνολο 144 παγκοσμίως που αξιολογούνται από τους διεθνείς οίκους- η Ελλάδα με βάση την κατάταξή της από Moody’s και Fitch βρίσκεται στη χειρότερη θέση, καθώς είναι η μοναδική που διαθέτει ισχυρό νόμισμα, το ευρώ, και παράλληλα βρίσκεται σε πρόγραμμα προσαρμογής, οπότε έχει εξασφαλισμένη χρηματοδότηση χωρίς την ανάγκη έκθεσής της στις διεθνείς αγορές για τα επόμενα τρίμηνα. Κάτι που δεν ισχύει για Πουέρτο Ρίκο, Βενεζουέλα, ούτε πλέον και για την Ουκρανία, της οποίας το πρόγραμμα στήριξης διεκόπη με απόφαση του ΔΝΤ στις αρχές Φεβρουαρίου λόγω μη συμμόρφωσης της χώρας με τις μεταρρυθμίσεις στις οποίες είχε συμφωνήσει.

Αυτό σημαίνει ότι εάν η Ελλάδα δεν είχε αναβαθμιστεί προσφάτως από τη Standard & Poor’s, τότε θα ήταν η χώρα με τη συγκριτικά χειρότερη πιστοληπτική αξιολόγηση μακράν, δηλαδή θα είχε τις μεγαλύτερες πιθανότητες χρεοκοπίας. Εξαιρουμένης φυσικά της Αργεντινής, η οποία βρίσκεται σε καθεστώς εν δυνάμει χρεοκοπίας (restricting default), τουλάχιστον μέχρι να ολοκληρωθεί η διαδικασία αποπληρωμής και των τελευταίων ομολόγων της για τα οποία ήρθε σε συμφωνία με τα αμερικανικά funds που τα διακρατούσαν έπειτα από πολυετή δικαστική και εξωδικαστική διαμάχη. Για την ιστορία βεβαίως, η κλίμακα Β-, στην οποία μας τοποθέτησε στα τέλη Ιανουαρίου η S&P, είναι ίδια με αυτή στην οποία βρίσκονται η Γκάνα και το Ιράκ…

Το γαϊτανάκι μιας αξιολόγησης

■ 12 Ιανουαρίου 2016: Οι περισσότεροι αναλυτές περιμένουν άμεση αναβάθμιση της ελληνικής αξιολόγησης, την οποία όμως συνδέουν ευθέως με την ολοκλήρωση της θετικής αξιολόγησης του προγράμματος βοήθειας από τους εκπροσώπους του κουαρτέτου των δανειστών.

■ 22 Ιανουαρίου: Ο οίκος αξιολόγησης Standard & Poor’s αναβαθμίζει την πιστοληπτική αξιολόγηση της Ελλάδας στην κλίμακα Β- (από CCC+) σε μια κίνηση-έκπληξη, καθώς η οποιαδήποτε αναβάθμιση αναμενόταν μετά την ολοκλήρωση της αξιολόγησης. Στη σχετική ανακοίνωση ο αμερικανικός οίκος επισημαίνει ότι η απόφασή του «αντανακλά την τήρηση εκ μέρους της Αθήνας των συμφωνηθέντων στο πλαίσιο του προγράμματος στήριξης, αλλά και το γεγονός ότι η ελληνική οικονομία έχει, παρά τα αλλεπάλληλα σοκ, αποδειχθεί πιο ανθεκτική από ό,τι υπολόγιζαν οι αναλυτές». Πέραν αυτών, πάντως, οι ίδιοι αναλυτές βλέπουν ακόμη έναν χρόνο στασιμότητας για την ελληνική οικονομία και στη συνέχεια πιο δυναμική ανάκαμψη από το 2017 και μετά. Στο δημοσιονομικό πεδίο αναμένουν πρωτογενές πλεόνασμα 0,4% φέτος (έναντι στόχου για 0,5%), το οποίο θα αυξηθεί μέχρι το 2% έως το 2019.

■ 11 Μαρτίου: Η Fitch επιβεβαιώνει την αξιολόγηση CCC της μακροπρόθεσμης πιστοληπτικής ικανότητας της Ελλάδας. Ο οίκος σημειώνει στην έκθεση αξιολόγησης ότι έχει υπάρξει πρόοδος στο πεδίο της πρώτης αξιολόγησης με τους πιστωτές, ωστόσο προειδοποιεί ότι οι κίνδυνοι υλοποίησης του προγράμματος στήριξης παραμένουν. Στον αντίποδα, τονίζει ότι οι προβλέψεις για τα πρωτογενή δημοσιονομικά πλεονάσματα το 2016 και το 2017 βρίσκονται πάνω από τους στόχους του προγράμματος. Το σημαντικότερο, όμως, είναι η παρατήρηση ότι η προσφυγική και μεταναστευτική κρίση μπορεί να έχει σημαντικό δημοσιονομικό, κοινωνικό και πολιτικό κόστος για την Ελλάδα.

■ 13 Μαρτίου: Ο οίκος αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας Fitch επανέρχεται και δημοσιεύει εκτενέστερη έκθεση στην οποία αιτιολογεί γιατί διατήρησε αμετάβλητο το κρατικό αξιόχρεο της Ελλάδας, σημειώνοντας μεν ότι παρά την πρόοδο που καταγράφεται στη διαδικασία αξιολόγησης του προγράμματος, το σημαντικότερο είναι το ότι θα απαιτηθούν νέα πρόσθετα μέτρα, ίσως και εντός του 2016, για να επιτευχθεί ο στόχος για πρωτογενές πλεόνασμα 0,5% φέτος, 1,75% το 2017 και 3,5% το 2018. Αρκετοί επενδυτές είχαν ποντάρει σε μερική έστω αναβάθμιση της αξιολόγησης της Ελλάδας από τη Fitch, κάτι που ίσχυε και για την περίπτωση της Μοοdy’s, η οποία θεωρητικά έπρεπε να δημοσιοποιήσει ομοίως τον Μάρτιο την αξιολόγησή της για την ελληνική οικονομία, προτίμησε όμως να το αναβάλει για μετά την ολοκλήρωση της αξιολόγησης…