Ο Πλάτωνας μας αναφέρει τα παρακάτω για τον Ήραντα τον γιο του Αρμένιου, ενός Πάμφυλου το γένος…

«Σκοτώθηκε στη μάχη. Δέκα μέρες αργότερα, όταν απομάκρυναν τα πτώματα των νεκρών που ήδη είχαν σαπίσει, βρήκαν το πτώμα του, που ήταν εντελώς άθικτο και το μετέφεραν στην πατρίδα του για να ταφεί. Στη δωδέκατη μέρα μετά τον θάνατο του, καθώς ήταν ξαπλωμένο το πτώμα πάνω στην νεκρική πυρά, ο Ήραντας επέστρεψε στην ζωή και διηγήθηκε τι είδε στον άλλο κόσμο. Είπε ότι, όταν η ψυχή του εγκατέλειψε το σώμα του πήγε ταξίδι με πολυπληθή παρέα και έφτασε σε ένα μυστηριώδες μέρος όπου υπήρχαν δυο ανοίγματα στη γη. Ήταν κοντά το ένα στο άλλο και ακριβώς από πάνω τους ήταν άλλα δύο ανοίγματα στον ουρανό. Ανάμεσα στα δύο ζεύγη ανοιγμάτων, ήταν δικαστές καθισμένοι, που διέταζαν τους δίκαιους, αφού τους έκριναν και έγραφαν τις αποφάσεις στο στήθος τους, να ανέβουν στον ουρανό από τα δεξιά. Κατά ανάλογο τρόπο, οι άδικοι αναγκάζονταν να κατέβουν στη γη από αριστερά. Και εκείνοι είχαν γραμμένες τις αποφάσεις πάνω τους, αλλά στις πλάτες και όχι στα στήθη τους.»

Αφού ο Πλάτων περιέγραψε την ουράνια κρίση συνεχίζει περιγράφοντας τις ψυχές των Ελλήνων ηρώων που προετοιμάζονται για την μετενσάρκωσή τους:

«Ιδιαίτερα περίεργο, είπε ο Ήραντας ήταν το θέαμα αυτό -τόσο κωμικοτραγικό όσο και περίεργο και τούτο επειδή οι επιλογές των ψυχών, στις περισσότερες περιπτώσεις, βασίζονταν στις εμπειρίες τους μιας προηγούμενης ζωής. Εκεί είδε την ψυχή που κάποτε λεγόταν Ορφέας, και οποία επέλεξε να γίνει κύκνος, εξαιτίας εχθρότητας προς το γυναικείο φύλο θεωρούσε μισητή την ιδέα να γεννηθεί από γυναίκα επειδή οι γυναίκες τον είχαν σκοτώσει. Άκουσε την ψυχή του Θαμύρα, ενός θράκα βάρδου να διαλέγει να γεννηθεί αηδόνι. Τα πουλιά αντίθετα ήθελαν να γεννηθούν σαν άνθρωποι. Η ψυχή που ήταν εικοστή στην σειρά, διάλεξε την ζωή ενός λιονταριού, και ήταν αυτή η ψυχή του Αίαντα του Τελαμώνιου, που δεν ήθελε να ξαναγίνει άνθρωπος, θυμούμενος την αδικία που του έκαναν σχετικά με τα όπλα.

Ο επόμενος ήταν ο Αγαμέμνων, που διάλεξε να γίνει αετός, επειδή, όπως ο Αίαντας μισούσε την ανθρώπινη φύση εξαιτίας των βασάνων της. Κατόπιν έφτασε η σειρά της Αταλάντης, αυτή ζηλεύοντας τις τιμές που απολάμβαναν οι αθλητές δεν μπορούσε να αντισταθεί στον πειρασμό να γεννηθεί άντρας αθλητής. Ύστερα από αυτήν, ήρθε η σειρά της ψυχής του Επείου, γιου του Πανοπέα, που προτίμησε την γυναικεία φύση, με κλίση στις τέχνες. Ανάμεσα στους τελευταίους που διάλεξαν την μορφή της επόμενης ζωής τους, η ψυχή του γελωτοποιού Θερσίτη διάλεξε την μορφή της μαϊμούς. Ήρθε ακόμα και η ψυχή του Οδυσσέα που έπρεπε και εκείνη να διαλέξει, ήταν τελευταίος από όλους. Η ανάμνηση των ταλαιπωριών που είχε περάσει στη γήινη ζωή του, τον είχε απαλλάξει από κάθε φιλοδοξία , και για κάμποση ώρα, έψαχνε να βρει το λαχνό ενός ιδιώτη άνδρα, που δεν θα είχε προβλήματα. Δυσκολεύτηκε λίγο να τον βρει, τον λαχνό κείνο που ήταν μέχρι τότε διαθέσιμος για όλους, οι οποίοι όμως τον είχαν αγνοήσει Όταν τον είδε (οι λαχνοί ήταν φανεροί) είπε ότι θα έκανε την ίδια επιλογή ακόμα και αν θα καλούνταν να διαλέξει πρώτος αντί τελευταίος, και ότι ήταν κατευχαριστημένος που την έκανε. Και όχι μόνο οι άνθρωποι μετενσαρκώθηκαν σε ζώα, αλλά -πρέπει να αναφέρω- ότι υπήρξαν και ζώα, ήμερα και άγρια που μεταμορφώθηκαν το ένα στο άλλο και σε αντίστοιχες ανθρώπινε φύσεις, οι καλοί σε ήμερα ζώα, και οι κακοί σε άγρια με κάθε είδους συνδυασμών. Εκείνος που έκανε την πρώτη επιλογή, προχώρησε και σε μια στιγμή διάλεξε το ρόλο του χειρότερου τύραννου. Το μυαλό του είχε θολώσει από την φιλοδοξία και τη φιλοχρηματία, και δεν σκέφτηκε καθόλου προτού διαλέξει, ούτε κατάλαβε αμέσως ότι στην περίπτωση του ήταν γραμμένο ανάμεσα σε άλλα κακά, να φαει τα ίδια του τα παιδιά. Ήταν ένας από εκείνους που κατέβαιναν από τον ουρανό και στη προηγούμενη του ζωή είχε ζήσει σε ένα καλά οργανωμένο κράτος, αλλά η αρετή του δεν οφειλόταν παρά μόνο σε συνήθεια, και δεν είχε καμμιά φιλοσοφία.»