«Ο Νότος» (ElSur) του Victor Erice, 1983 διαβάστε αναλυτική παρουσίαση της ταινίας…

Λίγα λόγια.. « ..η «Γκαβιότα», το σπίτι με τον ανεμοδείκτη, βρίσκεται στα προάστια μιας πόλης στο Βορρά της Ισπανίας. Εκεί ζουν ο Αγκουστίν, γιατρός και μάγος-ραβδοσκόπος, η γυναίκα του Τζούλια, μια δασκάλα που κουβαλάει τις πληγές του εμφυλίου και η μικρή τους κόρη Εστρέγια. Η Εστρέγια περνά την παιδική της ηλικία καλλιεργώντας μέσα στο απιδικό της μυαλό την υποψία για την ύπαρξη ενός οικογενειακού μυστικού: την παρουσία μιας άλλης γυναίκας στη ζωή του αγαπημένου της πατέρα. Μεγαλώνοντας και φτάνοντας στην εφηβεία, η Εστρέγια μαθαίνει όλο και περισσότερα και η ζωή στην «Γκαβιότα» αρχίζει να αλλάζει..»

Διάρκεια: 95 λεπτά

ώρα έναρξης : 18.00

Ακολουθεί η προβολή της ταινίας

«Ο Τρελός Πιερό» (PierrotLeFou) ,

του Jean-Luc Godard, 1965 διαβάστε αναλυτική παρουσίαση της ταινίας

Λίγα λόγια.. «..Ο Πιερό εγκαταλείπει τη γυναίκα και την κόρη του και το σκάει από το Παρίσι με τηνbabysitter προσπαθώντας μαζί να αποφύγουν τους επαγγελματίες δολοφόνους που την καταδιώκουν. Μετακινούνται διαρκώς στη Μεσόγειο και στη διάρκεια του ταξιδιού φιλοσοφούν για τα πάντα..»

Αριστουργηματική ταινία, μια από τις καλύτερες του Ζαν Λικ Γκοντάρ, στην οποία απελευθερωμένος από τις συμβάσεις της κλασικής δραματουργίας αφήνεται να παρασυρθεί από ένα γνήσιο ποιητικό οίστρο.

Διάρκεια: 114 λεπτά

ώρα έναρξης : 21.00

Τις ταινίες προλογίζει ο επιμελητής του αφιερώματος Γιάννης Καραμπίτσος (σκηνοθέτης, μοντέρ, κριτικός κινηματογράφου) ο οποίος και συντονίζει τη συζήτηση με το κοινό μετά από κάθε προβολή.

Η είσοδος είναι ελεύθερη με προαιρετική συνεισφορά σε τρόφιμα και φάρμακα για το Κοινωνικό Παντοπωλείο και Φαρμακείο του Δήμου Ζωγράφου

Οι ταινίες προβάλλονται με την ευγενική παραχώρηση των ταινιών από:

το Γαλλικό Ινστιτούτο Ελλάδος (IFG)

και την Ισπανική Πρεσβεία και το InstitutoCervantes

info: «Cine ΑΛΕΚΑ – ΤΕΧΝΗ ΠΟΛΗΣ»

Δ/νση: Γ΄ Ορεινής Ταξιαρχίας 13, (πλ. Γαρδένια), Ζωγράφου

τηλ. επικοινωνίας: 210-7713802, 210-7481396

Το πνεύμα του μελισσιού (1973), Ο Νότος (1983), Το όνειρο του φωτός (1992): Με τρεις μόνο μεγάλου μήκους ταινίες μέσα σε 50 χρόνια κινηματογραφικής πορείας, αναγνωρισμένες οικουμενικά και ομόφωνα ως κινηματογραφικά αριστουργήματα, ο Βίκτορ Ερίθε, θεωρείται ένας από τους σπουδαιότερους δημιουργούς του παγκόσμιου σινεμά.

Στην Γκαβιότα, ένα σπίτι που βρίσκεται στα προάστια μιας πόλης στο βορρά της Ισπανίας, ζουν ο Αγκουστίν: ο γιατρός και μάγος-ραβδοσκόπος, η γυναίκα του Χούλια, και η μικρή τους κόρη, Εστρέγια. Η ζωή τους κυλάει μουντή και μυστηριώδης, ιδωμένη κυρίως μέσα από τα μάτια της μικρής Εστρέγια και της σχέσης της με τον πατέρα της. Το όνειρο είναι η φυγή στο νότο.

Η ταινία ακολουθεί τα μονοπάτια της μνήμης των ηρώων της και κυρίως της Εστρέγια, η οποία, με παιδική αφέλεια, ανακαλύπτει τα μεγάλα μυστικά της ζωής. Εδώ, η απλότητα της αφήγησης του Ερίθε εμπλουτίζεται από μια σειρά υπέροχων κάδρων υψηλής εικαστικής ποιότητας, λουσμένα σε ένα εξαίσιο φως.

Ο «Νότος» (El sur, 1983) είναι λυρικός και επιδραστικός και στηρίχτηκε στο βιβλίο της Adelaida Garcia Morales το οποίο συνάρπασε τον Ερίθε. Ο Βίκτωρ χρειάστηκε να γυρίσει αμέτρητα διαφημιστικά σποτ για να μαζέψει το μπάτζετ της ταινίας αλλά και πάλι δεν κατάφερε να γυρίσει παρά μόνον τα δύο τρίτα του βιβλίου. Διαθέτει έξοχη φωτογραφία εσωτερικών και εξωτερικών χώρων, εσωτερική δύναμη που καθηλώνει, συναρπαστικές εναλλαγές με το παρελθόν, σπάνια ευαισθησία και προκαλεί ανάμεικτα συναισθήματα σε όσους τουλάχιστον γνωρίζουν έστω και ελάχιστα τους ισπανούς. Ο Ομέρο Αντονούτι είναι υποδειγματικός στο ρόλο του χωρίς να επισκιάζει ούτε στιγμή την απολαυστική ερμηνεία της ‘κορούλας’ του, της πιτσιρίκας Sonsoles Aranguren.

Ο Βίκτορ Ερίθε είναι μια πολύ ξεχωριστή περίπτωση τελειομανούς κινηματογραφιστή!Μαιτρ της ατμόσφαιρας, μας οδηγεί βήμα βήμα και με μικρές δόσεις μέσα από μια φαινομενικά συνηθισμένη ηθογραφία στην αναζήτηση της ταυτότητας και του προσανατολισμού του ατόμου στον κόσμο της μοναξιάς και της αποξένωσης.

Τεχνικώς η ταινία είναι άψογη και αισθητικώς πανέμορφη. Η χρήση των μέσων είναι λιτή, απέριττη σχεδόν και κατά το μέγιστο αποτελεσματική. Μας εισάγει στον μαγικό, στην αρχή, ειδυλλιακό μικρόκοσμο του κοριτσιού, που αρχίζει να πλαταίνει και να απλώνεται περιλαμβάνοντας ευρύτερες συνεχώς έννοιες, όπως μιας προγενέστερης ερωτικής ιστορίας του πατέρα ή της ισπανικής κοινωνίας μετά τον Εμφύλιο. Σαν να ξεκινά από το κέντρο, που αντιπροσωπεύει την ατομικότητα, και να επεκτείνεται ως μια όλο και ευρύτερη περιφέρεια κατανόησης και ανακάλυψης του κοινωνικού ιστού και της λειτουργίας του. Οι χρόνοι και οι στιγμές, οι σιωπές και οι ήχοι αποτελούν μια σπάνιας τελειότητας σύνθεση τόσο απλής που ειλικρινά «καθηλώνει» και τον πιο ανίδεο άνθρωπο μπροστά στη μαγεία της.

Ο Τρελός Πιερό
Pierrot Le Fou

Γαλλική ταινία, σκηνοθεσία Ζαν Λικ Γκοντάρ με τους: Ζαν Πολ Μπελμοντό, Άννα Καρίνα, Σάμουελ Φούλερ

Ο Πιερό εγκαταλείπει την γυναίκα και την κόρη του και το σκάει από το Παρίσι με την babysitter προσπαθώντας μαζί να αποφύγουν τους επαγγελματίες Αλγερινούς δολοφόνους που την καταδιώκουν. Μετακινούνται διαρκώς στη Μεσόγειο και στην διάρκεια του ταξιδιού φιλοσοφούν για τα πάντα.

[Συνοπτική κριτική (Αθηνόραμα)

Ο ίδιος ο Γκοντάρ χαρακτηρίζει τον «Τρελό Πιερό» σαν μια σπουδή ταινίας, που μιλά όχι για τους ανθρώπους και τα πράγματα, αλλά γι’ αυτό που βρίσκεται ανάμεσά τους και που ποτέ μέχρι τώρα δεν προβλημάτισε το σινεμά. Απελευθερωμένος από τις συμβάσεις της κλασικής δραματoυργίας αφήνεται να παρασυρθεί από ένα γνήσιο ποιητικό οίστρο, δίνοντάς μας μια από τις 2-3 καλύτερες ταινίες του, που έγινε μεγάλη επιτυχία και χάρισε στον Μπελμοντό το σημαντικότερο ρόλο της καριέρας του.]

Ο «Τρελός Πιερό» είναι ένας αναρχικός ύμνος για μια γενιά που βιώνει το υπαρξιακό αδιέξοδο, ενώ θεωρείται η τελευταία μεγάλη ταινία της «νουβέλ βάγκ».

[Με τη δέκατη ταινία του, ο Γκοντάρ επιχειρεί μια «ανακεφαλαίωση» κι έναν απολογισμό τού μέχρι τότε έργου του. Ο Τρελός Πιερό δεν είναι παρά ένα «μικρό λεξικό» της γκονταρικής γλώσσας, των έμμονων ιδεών του και της τεχνικής του. Όλα τα θέματα που τον απασχόλησαν – και που θα τον απασχολήσουν στο μέλλον – , θα τα βρούμε συγκεντρωμένα σ’ αυτή την ταινία: ο έρωτας -συνώνυμο του θανάτου, η τρυφερότητα – συνώνυμο της αδεξιότητας, η ασυνεννοησία — συνώνυμο του πολιτισμού μας, η βλακεία -συνώνυμο της κακίας, η αδιαφορία για τον πλησίον – συνώνυμο της συμβατικής ηθικής. Κοντά σ’ αυτά, θα βρούμε κι εδώ την ιδέα-κλειδί για την κατανόηση ολόκληρης της θεματολογίας του: τη μάταιη αναζήτηση ενός χαμένου παραδείσου μέσα σ’ έναν κόσμο κατοικημένο από ψοφοδεή ανθρωπάκια. Όσο οι άνθρωποι δεν καταφέρουν να συνεννοηθούν απευθείας με τη ματιά, με την αφή, με τα ένστικτα, οι λέξεις θα τους καταδυναστεύσουν πάντα και το ψέμα θα βρίσκει έναν τρόπο να χώνεται ανάμεσα τους. Ο λόγος είναι μια μάσκα που κρύβει την εικόνα, η οποία, αν δεν αντιπροσωπεύει την αλήθεια αυτή καθ’ αυτή, δίνει τουλάχιστον μια σαφή περιγραφή του κόσμου των φαινομένων. «Στις μέρες μας, όπου οι πάντες σκέφτονται βαθιά, το να λες βλακείες είναι ο μόνος τρόπος για να αποδείξεις πως έχεις ελεύθερη και ανεξάρτητη σκέψη», λέει ο Μπορίς Βιαν. Όμως, το να λες βλακείες με την εικόνα για ν’ αποδείξεις την ελευθεροφροσύνη σου, είναι κάτι περισσότερο από δύσκολο……

……Ο τρελός Πιερό είναι μια ταινία-έρευνα, με την οποία ο Γκοντάρ προσπαθεί να σπάσει την κρούστα των φαινομένων και να πλησιάσει την ουσία. Παράλληλα, είναι μια διερεύνηση του τρόπου με τον οποίο είναι δυνατόν να ξύσουμε με την κάμερα, τη σκουριά που έχει επικαθίσει στους ακαδημαϊκούς εγκεφάλους. Η πίστη του Γκοντάρ στην τέχνη του είναι πραγματικά συγκινητική.

Βασίλης Ραφαηλίδης- Πρόγραμμα «STUDIO», 1968.]

Οι ήρωες της είναι όπως και στο «Με κομμένη την ανάσα», ένα αρχετυπικό ζεύγος, που θα κάνει αυτή τη φορά το ταξίδι που ονειρευόταν ο Μισέλ Πουακάρ στην Ρώμη (έστω συμβολικά), χωρίς όμως να ξεφύγει από το αναπόφευκτο της μοίρας, που είναι και πάλι η προδοσία της γυναίκας και ο θάνατος. Η ταινία βρίθει φιλοσοφικών ερωτημάτων, βουτηγμένη σε ένα ποιητικό ρεαλισμό. Δεν μπορεί παρά να ιδωθεί μέσα από την ιδιαίτερη οπτική γωνία του Godard, που ο ίδιος τη χαρακτήρισε σαν ένα πείραμα, μια προσπάθεια να αιχμαλωτίσει στο σελιλόιντ την ίδια την ουσία της ζωής. Με ένα είδος ανορθόδοξου χιούμορ και την μονίμως αιωρούμενη αίσθηση μιας ανάλαφρης παιδικότητας που ακυρώνει αυτόματα την οποιαδήποτε σοβαροφάνεια των χαρακτήρων, ο Godard πλημμυρίζει την οθόνη με μια απίστευτη ζωηρότητα των χρωμάτων και παρουσιάζει τα αστικά πρότυπα ζωής σε μια πανδαισία τρέλας και φιλοσοφικής αναζήτησης. Οι ήρωες του σκηνοθέτη θέτουν συνεχώς ερωτήματα για τον κόσμο, τη ζωή, τα συναισθήματα, την πολιτική, την τέχνη, το σινεμά. Ερωτήματα που δεν βρίσκουν πάντοτε την απάντησή τους, αλλά που συχνά οδηγούν τους ήρωες σε στιγμές έκστασης (όπως όταν στο τέλος ανακαλύπτουν ότι η αιωνιότητα είναι η θάλασσα που ενώνεται με τον ήλιο). Με μια τελείως ελεύθερη γραφή που κινείται στο χώρο του σουρεαλισμού και του απόλυτου λυρισμού, ο Godard κάνει ένα αναρχικό ύμνο, μια ανέμελη, παθιασμένη ταινία, που πετά ελεύθερη σαν πουλί αγνοώντας κανόνες και συμβάσεις. Δε μπαίνει σε καλούπια και παραμένει αδάμαστη μέχρι το τέλος, όπως και οι δύο ήρωες της. Μια ωδή στον έρωτα ένας οδηγός σ’ ένα φρενήρες ταξίδι που έχει προορισμό το άπειρο, αφού οι δύο συνταξιδιώτες – ήρωες δε φοβούνται ούτε το θάνατο καθώς τον εξισώνουν με τον έρωτα τους. Ένα σύμβολο μιας εποχής, γεμάτης από ρομαντικές, ουτοπικές προσδοκίες, που θάβει μια για πάντα το «σινεμά του μπαμπά» του Clement και του Clouzot.