Γράφει ο Βάιος Φασούλας
-Ω! σεις ραγιάδες Έλληνες, κλέφτες κι αρματολοί…

αδικημένα στίγματα, παράσιτα του κόσμου,
όπου χρόνους περάσατε πνιγμένους μες στο δράμα.    Υποταγμένοι, νηστικοί,
χωρίς τιμή και δόξα,
στου αυτοκρατόρου τη ματιά να φαίνεστε σαν ζα     και να φεγγοβολάνε απάνω
σας της τυραννίας
τα δεσμά!

Ξυπνάτε, ωρέ! Ξυπνάτε!
Ξυπνάτε και θωράτε τον οχτρό που μας βαρεί,
που θέλει σώνει και καλά άπιστους να μας κάνει,
χωρίς πατρίδα, λευτεριά, χωρίς καμιά ιστορία,
που θα μας δώσει μιαν αυγή, ρίγος για λευθερία!

Της τυραννίας ο καημός, ωρέ, μες στο πετσί μας μπήκε,
αιώνες τώρα τέσσερις, παππούς,
προπάππος, παραπάππος, κόρη, μητέρα και γιαγιά,
όλοι αυτοί μοχθήσανε και χάθηκαν και χάνονται,
γι’ αυτό το μεγαλείο, που λένε λευτεριά!

Κι εμείς; Εμείς ωρέ, τι κάνουμε;
Ποιος είναι αυτός που μυξοκλαίει;
Για σηκωθείτε, ωρέ!  Καιρός είναι πια τ’ άρματα
να ζωθούμε για να βαρέσουμε και να συντρίψουμε
ούλους μας τους οχτρούς.

Και αρετή έχουμε, βρε! Και τόλμη και ψυχή!
Όπλα να κάνουμε ετούτα τ’ αγαθά και λάβαρο
να σκώσουμε όλοι μαζί αντάμα της λευτεριάς
σημαία. Όπου το αίμα μας κυλά σε ποταμούς
κι αχνίζει, σκούζει και κράζει δυνατά
με την τρανή διάτα!

Σκωθείτε και ξυπνάτε, ωρέ, ξυπνάτε!
Καιρός να σταματήσουμε τούτη τη μορραγία
και ν’ αναπνεύσουμε κι εμείς τιμή κι ελευθερία.
Γι’ αυτό σας κράζω δυνατά απ’ της ψυχής τα μύχια
και σας προστάζω με καημό κι ανείπωτη λατρεία
γι’ αυτό που λένε λευτεριά, τιμή και ισοτιμία!

 Στους χαλεπούς καιρούς μας για την 25η του Μάρτη.

Τα μάτια μου σαν αστραπές γυρνούν στις εποχές
σε νέες που ‘ναι πια γνωστές και σ’άλλες, πιο παλιές
Από μικρός σε γύρευα σ’ έψαχνα με τα μάτια
ποτέ μαθές δε χάθηκα απ’ τα δικά σου χνάρια.

Πόσο πολύ θα ήθελα στα έπη σου να ζούσα!
Φόρο τιμής να σου ‘δωνα για σε να ξεψυχούσα!
Τη σάρκα και το αίμα μου να σου ‘δωνα μια μέρα
να γίνονταν τα έργα μου αντάξια μ’ εσένα.

Έτσι με σπούδασες εσύ να σ’ έχω στην καρδιά μου
και μια αστείρευτη πηγή είν’ τα αισθήματά μου,
βαθύ πηγάδι και πηγή πέλαγα τα νερά του
που πάντα σένα καρτερεί να ζήσεις στη δροσιά του.

Αύρα να βρεις, να δροσιστείς να σβήσεις τη φωτιά σου
να ευφρανθείς, να γιατρευτείς από τα βάσανά σου
κι εγώ να ρίχνω αδιάκοπα κουβάδες στολισμένους
διαμαντοχρυσοστόλιστους, χρυσαλυσοδεμένους.

Να τραγουδώ με έπαρση τον ύμνο το δικό μας
κι ακράτητη η έξαρση να σβήνει τον καημό μας.
Να ράνω τη δροσάδα μου πάνω στην κεφαλή σου
με την κρυσταλλαφράδα μου ν’ αγιάσω τη ζωή σου.

Κι αν η πυρά θα μ’ έκαιγε και έλιωνα σαν κερί
μέσ’ στη φωτιά, ήλιος εσύ θα άστραφτες πιο πολύ
Θνητός εγώ, θα σου ‘λεγα,       σβήνω στα χώματά σου
το χρέος μου το τέλειωσα, τράνεψαν τα φτερά σου.

Σαν αστραπή τα μάτια μου        ψάχνουν τις εποχές
σα να θωρώ γύρα φωτιές τρανές και τρομερές,
π’ όλο δυνάμωναν πλατιά κι έφερναν ουρλιαχτά
δυσοίωνα ακούγονταν και έσπερναν συμφορά.

Και βλέπω γύρω χαλασμό τ’ άπιστου μακελάρη
που έμοιαζε κατακλυσμό μιλιούνια οι τυράννοι,
αιώνες τέσσερις πικρούς κράτησε το κακό μας
χρόνους κατάμαυρους σκληρούς τ’ άχαρο βάσανό μας.

Κι άρχισαν τα γιουρούσια τους γυμνά τα γιαταγάνια
βάρβαροι απ’ την κούνια τους μας παίρναν τα κεφάλια.
Πασάδες και βεζίρηδες κι αγάδες με φιρμάνια
αράπηδες, μουχτάρηδες μας σπείραν την ορφάνια.

Και σκύλιασαν οι άπιστοι και δούλεψε μαχαίρι
καθάριζαν οι άναντροι απ’ τη ζωή το ταίρι
και ρήμαξαν πάρα πολλούς, Ρωμιούς κατατρεγμένους
αθώους, άδολους κι αγνούς και καταφρονεμένους.

Μέχρι που πια δεν άντεξαν        θεοί της Ρωμιοσύνης
και μπαϊράκι σήκωσαν μπόι αντρειοσύνης
Διάκοι, παπάδες και σοφοί       μύριοι ραγιάδες, σκλάβοι
όλοι σηκώσανε φωνή και η φωτιά ανάβει

Πώς βλέπω μπρος στα μάτια μου να σε σβαρνούν τα χτήνη!
Να σε δαγκώνουν, μάνα μου, σαν λυσσασμένοι σκύλοι!
Να σε τραβούν απ’ τα μαλλιά και την ψυχή να θένε
να σέρνουν την απελπισιά, παντού τουρκιά να λένε.

Το φερετζέ τους άγρια θέλαν να σου φορέσουν
τα ιερά σου και άγια θέλαν να σου ληστέψουν.
Πώς βλέπω τρόγυρα Ρωμιούς μύριους καπεταναίους!
Κολίγους και αρματολούς και μαχητές γενναίους!

Και να, θωρώ σαν τη φωτιά Ανδρούτσο και Μιαούλη
κι η Μπουμπουλίνα να ορμά, Κανάρης καραούλι.
Ο Παπαφλέσσας χύνεται σαν ποταμός π ‘αφρίζει
τις αλυσίδες έσπασε τους άπιστους θερίζει.

Ακράτητα και φλογερά χιλιάδες παλικάρια
ξεθηκαρίζαν τα σπαθιά κι όρμαγαν σαν λιοντάρια,
με θάρρος, τόλμη ντύθηκαν της αρετής στολίδια
σαν αστραπές ξεχύθηκαν κι έκρουσαν καριοφίλια.

Καβάλα πάνω στ’ άλογα πιάνουν τα καραούλια
και στα χωριά ανάστατα βαρούνε τα νταούλια.
Αδάμαστοι σαν τα θεριά οι Κολοκοτρωναίοι
και να, πετά η Λευτεριά, που ήταν σκλαβωμένη!

Το φερετζέ δεν φόρεσαν και το Χριστό κρατήσαν
και το ζυγό αρνήθηκαν φωτιές τις αψηφήσαν.
Κι όρθιο σηκώσαν το Σταυρό, τους άπιστους θαμπώσαν
μ’ αγία πίστη και ψαλμό τη Λευτεριά ορθώσαν.

Για το δικό σου σηκωμό αντρώθηκαν παιδάκια
γυναίκες, μάνες σαν στοιχειό κι όλα τα γεροντάκια.
Και σκώθηκε η Λευτεριά πα στου Ρωμιού την όψη
άγρεψε κι όλους τους χαλά τους άπιστους σκοτώνει.

Πόσο δε σε τραγούδησαν του κόσμου οι ποιητές!
Πόσο αυτοί που σ’ ύμνησαν τη δόξα και αρετές!
Πόσοι για σε δεν πλέξανε κλώνους ελιάς στεφάνια!
Κι άσπρα πουλιά πετάξανε στα γαλανά ουράνια!

Και πόσοι δεν εβούλιαξαν μέσα στην αμαρτία!
Αγνή Εσύ και ούρλιαζαν, ξένη απ’ την προδοσία!
Όλοι ονειρευτήκανε       της δόξας σου την ώρα
κι η Λευτεριά εσήμανε σ’ ολόκληρη τη χώρα.

Ω, πώς με πήρε ο ειρμός, της Λευτεριάς ο θρύλος
κι αργά να βγαίνει ο καημός και να γεμίζω ρίγος!
.