Μεγαλύτερο κλίμα αβεβαιότητος στην Αγορά και στην Κοινωνία για τη διάρκεια και την έκβαση των….
διαπραγματεύσεων, δημιουργεί η νέα επίθεση της κυβέρνησης στους θεσμούς και ειδικά στο ΔΝΤ.  

Ενώ τη μια μέρα (την Τρίτη) ο υπουργός Οικονομικών κύριος Ευκλείδης Τσακαλώτος εμφανίζεται αισιόδοξος λέγοντας στη Βουλή πως η αξιολόγηση θα κλείσει ως τις 22 Απριλίου, την επομένη ο στενός συνεργάτης του και οικονομικό σύμβουλος του πρωθυπουργού, Γενικός Γραμματέας Δημοσιονομικής Πολιτικής κύριος Φραγκίσκος Κουτεντάκης μετέρχεται σκληρή γλώσσα για να επιτεθεί στο ΔΝΤ λέγοντας πως «θέλουν να το φτάσουν στο χείλος του γκρεμού», «συστήνουν» να μην πληρωθούν στην ώρα τους μισθοί και συντάξεις στο δημόσιο, «η τακτική των δόσεων με το σταγονόμετρο είναι συμπεριφορά Σάιλοκ», «είναι ανακριβείς», «έχουν εμμονές» κλπ. Και κατηγορεί το Ταμείο ότι «η αβεβαιότητα κοστίζει ακριβά στην πραγματική οικονομία».

 Την ίδια στιγμή όμως καθησυχάζει πως «δεν δικαιολογείται πανικός», «δεν υπάρχει κανένας άμεσος κίνδυνος στα ταμειακά διαθέσιμα» και «επιλέγουμε να πληρώνουμε μισθούς και συντάξεις», αφού υπολογίζει πως εκτός από το πρωτογενές πλεόνασμα των 2 δισ. τον Φεβρουάριο, η κυβέρνηση μπορεί να αξιοποιήσει σε ώρα ανάγκης και επιπλέον 2  δισ. ευρώ.   Μόνο τυχαία όμως δεν θεωρείται η νέα επίθεση στο ΔΝΤ.    

«Το κακό τρίτωσε» χθες, αφού αρχές Ιανουαρίου ο κύριος Τσακαλώτος είχε δώσει επίσημη συνέντευξη Τύπου ζητώντας από το ΔΝΤ να πει ανοικτά αν θέλει να μπει στο ελληνικό πρόγραμμα ή όχι, ενώ την περασμένη εβδομάδα «κύκλοι του υπουργού Οικονομικών» επέκριναν τις θέσεις και προτάσεις του ΔΝΤ ως «μη σοβαρές» και επιστημονικά αστήρικτες.   Γιατί συμβαίνουν όλα αυτά; Προφανώς γιατί, όπως παραδέχονται κυβερνητικές πηγές, κυβέρνηση και ΔΝΤ χωρίζει δημοσονομική «άβυσσος» ύψους 3% του ΑΕΠ (δηλαδή 5 δισ. ευρώ) ως το 2018! Και μάλιστα, όπως τόνισε ο κύριος Κουτεντάκης, το ΔΝΤ ούτε το πρωτογενές πλεόνασμα 0,2% του 2015 έχει ακόμα αποδεχτεί (επιμένει στην εκτίμηση για έλλειμμα 0,6% δηλαδή 1,5 δισ. διαφορά), ούτε βλέπει «υπεραπόδοση» μέτρων του 2015 που συνεχίζονται και τα επόμενα χρόνια στην οποία υπολογίζει πολύ η κυβέρνηση, ενώ ανησυχεί για μέτρα που έχουν ψηφιστεί αλλά ακόμα δεν εισπράττονται (πχ έσοδα από τον φόρο στο κρασί ή από τα τυχερά παιχνίδια του ΟΠΑΠ) αλλά και να εφαρμοστούν ακόμα αμφισβητεί αν θα αποδώσουν τα αναμενόμενα και, επιπλέον, το Ταμείο δεν έχει συμφωνήσει ούτε στους ρυθμούς ανάπτυξης που προβλέπει για τα επόμενα χρόνια το μακροοικονομικό σενάριο της κυβέρνησης.

 Με όλα τα μέτωπα ανοικτά, για να κλείσει η αξιολόγηση και να ξεκινήσει το «παζάρι» για την είσοδο του ΔΝΤ στο τρίτο Μνημόνιο και για την ελάφρυνση του ελληνικού χρέους, η κυβέρνηση απαιτείται να προτείνει νέα μέτρα λιτότητας, επιπρόσθετα σε όσα έχει ήδη καταθέσει στους θεσμούς, ενώ θα δεσμεύεται πως θα πρέπει να λαμβάνει και άλλα για να πάρει κάθε επόμενη «υποδόση» των δανείων, αν στην πορεία φανεί ότι κάτι δεν εφάρμοσε ή δεν απέδωσε τα αναμενόμενα.  

Από την άλλη, θεωρείται συνήθης διπλωματική πρακτική πια προ μιας τελικής συμφωνίας, να ξεσπάει μια μεγάλη σύγκρουση μεταξύ ελληνικής κυβέρνησης και δανειστών, με σκοπό να φανεί τότε σαν «νίκη» και αποτέλεσμα σκληρής διαπραγμάτευσης για κάθε πλευρά το όποιο αποτέλεσμα προκύψει σαν συμφωνία.   Επί του παρόντος πάντως, όπως είπε και ο κύριος Κουτεντάκης, η κυβέρνηση θέλει να διατηρεί το δικαίωμα να μην εφαρμόζει, όταν πρέπει, μέτρα που έχει ήδη συμφωνήσει.

«Πολιτικά, υπάρχουν όρια στο πόσο γρήγορα μπορεί να προχωράνε, δεν μπορεί όλα να γίνουν όπως λέγαμε τον Αύγουστο» τόνισε χαρακτηριστικά.   Σε κάθε περίπτωση, και στην ιδανική περίπτωση που το ΔΝΤ αποδεχόταν πλήρως τις ελληνικές θέσεις, παραμένει η ανάγκη λήψεως πρόσθετων μέτρων, αφού όπως λένε κυβερνητικές πηγές «από μόνη της η υπεραπόδοση μέτρων που έχουν ήδη ψηφιστεί δεν μπορεί να κλείσει το δημοσιονομικό κενό».   Ειδικά όμως για τα φοροεισπρακτικά μέτρα, οι ίδιες πηγές απέκλειαν να επιβληθούν αναδρομικά πρόσθετες επιβαρύνσεις στα εισοδήματα του 2015 (πχ στα ενοίκια) προκειμένου να καλύψουν τις ανάγκες του 2016. Δεν αποκλείεται έτσι όμως να αυξηθεί ο λογαριασμός των μέτρων του 2016 ή να ληφθούν και προκαταβολικά μέτρα για το 2017, πχ με αύξηση των προκαταβολών φόρου της επόμενης χρονιάς, όπως συνέβη ήδη πέρυσι μετά την υπογραφή του τρίτου προγράμματος.