Το να αποφασίσεις να παρουσιάσεις τη ζωή ενός ανθρώπου είναι εξαιρετικά δύσκολο εγχείρημα… Πόσο μάλλον όταν πρόκειται για τη ζωή ενός αντιστασιακού ήρωα. Και πόσο μάλλον όταν πρέπει να κάνεις μια συνοπτική αναφορά σπουδαίων γεγονότων της ζωής του μέσα σε λίγες γραμμές. Μεγάλη ευθύνη και βάρος που γιγαντώνονται από το σεβασμό, το θαυμασμό και την ευγνωμοσύνη προς τη μορφή αυτή.

Τέτοιοι ήρωες που αγωνίστηκαν για την ελευθερία και την αξιοπρέπειά μας αναδείχθηκαν πάμπολλοι από αρχαιοτάτων χρόνων στη χώρα μας. Υπάρχουν όμως ακόμα περισσότεροι που δεν τους γνώρισε η ιστορία, δεν τους τίμησε η πατρίδα και έφυγαν άγνωστοι, άδοξα και συχνά πικραμένοι, με ένα παράπονο στα χείλη.

Και δεν πικράθηκαν γιατί δεν αναγνωρίστηκαν οι αγώνες τους ή δεν τους απένειμαν δόξες, τιμές, μετάλλια και τυμπανοκρουσίες, όντες σεμνοί και μετριόφρονες, αλλά γιατί πολλοί από αυτούς έζησαν και έφυγαν πάμπτωχοι, ξεχασμένοι και βαθιά απογοητευμένοι από την πορεία αυτής της πατρίδας.

19 ΧΡΟΝΩΝ ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΠΕΤΑΝ-ΠΕΤΡΑΚΑ

Ο κ. Γιώργος- Βαγγέλης Κουράτορας από τον Κουρνά, είναι ένας από αυτούς τους ήρωες που αγωνίστηκε και αντιστάθηκε κατά των Γερμανών κατακτητών, για την ελευθερία του νησιού μας. Σε ηλικία μόλις 19 ετών εντάχθηκε στην αντάρτικη ομάδα του Καπετάν-Πέτρακα από την Ασή-Γωνιά και στη συνέχεια του καπετάν-Γύπαρη. Η ομάδα του συνεργαζόταν με την ομάδα τού καπετάν-Μιχάλη Παττακού από το Άνω Μέρος και του καπετάν-Ποδιά από τ’ Ανώγεια.

Φυσικά συνεργαζόταν και με τους Άγγλους και το στρατηγείο της Μέσης Ανατολής από όπου έπαιρναν εντολές μέσω ασυρμάτου. Πρόσφερε πολλά στον αγώνα και στην πατρίδα. Κινδύνεψε άπειρες φορές, συνελήφθηκε, βασανίστηκε και έφτασε μια ανάσα πριν τον θάνατο. Δεν πτοήθηκε όμως ποτέ. Με την γενναιότητα, την παλληκαριά και την τόλμη που τον διέκριναν, περιγελούσε τον χάρο και πήγαινε μεσ’ στα όλα, φτάνει να έφερνε την αποστολή του εις πέρας.

«ΦΤΑΝΕΙ ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ. ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΩ»

Ο κ. Βαγγέλης είναι σήμερα 93 ετών. Απέκτησε συνολικά 98 παιδιά, εγγόνια, δισέγγονα και τρισέγγονα. Η ζωή του έδειξε ένα ιδιαίτερα σκληρό πρόσωπο αφού εκτός τις μεγάλες δυσκολίες που πέρασε, του στέρησε τέσσερις γιούς, τέσσερα νέα παλληκάρια και τον μοναδικό και μεγάλο έρωτα της ζωής του, την πρώτη του γυναίκα.

Τον συναντήσαμε στον Κουρνά, με ακουμπισμένο το κεφάλι στο μπαστούνι του, καθημερινό του σύντροφο πια, αφού τα πόδια του λυγούν από τα βάρη της πολυτάραχης ζωής του. Με ήπια φωνή, με τα μάτια του συχνά να βουρκώνουν και να τρέχουν πολύτιμο αγιασμό, μας διηγείται με συγκίνηση τα πάθη του.

Συχνά σταματά, πίνει μια γουλιά νερό, κουνά το σοφό του κεφάλι και συνεχίζει. Κάποτε σταματά εντελώς, συντετριμμένος από τις πονεμένες μνήμες, τρέμοντας και σκουπίζοντας με το λευκό μαντήλι τα μουσκεμένα μάγουλά του λέει: «Φτάνει παιδί μου. Δεν μπορώ άλλο. Πονάω. Δεν αντέχω.»

Σταματάμε την κουβέντα. Σεβόμαστε τον πόνο του και την ψυχή του και αλλάζουμε θέμα και ας έμειναν πολλά σημαντικά για την δράση του που δεν θα μάθουμε ποτέ. Αρκούν αυτά που μας είπε. Είναι αρκετά για να καταλάβουμε ότι έχουμε μπροστά μας έναν σεμνό ήρωα που η λεβέντικη ψυχή του καίγονταν από ένθερμο πατριωτισμό, ανιδιοτέλεια, αντρειοσύνη και λιονταρίσια δύναμη.

«ΕΚΕΙ ΣΤΑ ΒΟΥΝΑ ΠΕΙΝΟΥΣΑΜΕ»

«Εγώ παιδί μου πήγα με τους αντάρτες στα βουνά από πατριωτικό φιλότιμο. Γιατί δεν άντεχα πια να βλέπω τους Γερμανούς να ρημάζουν, να βασανίζουν και να δολοφονούν. Ήθελα να τους διώξουμε, να λευτερωθεί ο τόπος μας. Κάποιοι άλλοι πήγαν και από πείνα. Γιατί δεν είχανε τίποτα να φάνε. Και οι Εγγλέζοι μας τάζανε λύρες. Θα μας δίνανε, λέει, μια λίρα κάθε μέρα. Αυτό βέβαια δεν το τηρήσανε. Μας δίνανε μια λίρα το μήνα. Αλλά και αυτή δεν είχαμε ούτε τσέπη να τη βάλουμε. Εμείς εκεί στα βουνά πεινούσαμε, θέλαμε φαϊ» αρχίζει την εξιστόρησή του ο κ. Βαγγέλης.

Είναι γνωστό πόσοι πατριώτες, απλοί άνθρωποι, με κίνδυνο της ζωής τους τάιζαν και τροφοδοτούσαν τους αντάρτες με φαγώσιμα, στηρίζοντας και αυτοί με τον τρόπο τους τον αγώνα. «Όσοι μπορούσανε και είχανε, μας παίρνανε κρυφά, ιδίως τη νύκτα, στο σπίτι τους και μας ταϊζανε. Ήταν πολύ επικίνδυνο γιατί εκτός από τους Γερμανούς υπήρχαν και οι προδότες, οι ρουφιάνοι τους. Το πιο φιλόξενο μέρος για μας ήταν η επαρχία του Αμαρίου, τα χωριά Ελένες, Δρυγιές, Χορδάκι, Πετροχώρι, Νίθαυρη κ.α.»

ΧΡΥΣΕΣ ΛΙΡΕΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΤΕΝΕΚΕΔΕΣ

Κάποια στιγμή ανάμεσα στις αφηγήσεις του και κάνοντας μια μικρή παρένθεση ο κ. Βαγγέλης, κούνησε με απογοήτευση το κεφάλι του και μας κατέθεσε μια πικρία του. «Δεν είχαν όλοι παιδί μου αγαθό σκοπό. Δεν ήταν όλοι πατριώτες. Δεν ήρθαν όλοι στο αντάρτικο για να λευτερώσουν την πατρίδα. Κάποιοι ήρθαν από συμφέρον. Και ευτυχώς ήταν λίγοι. Κάποιοι πλούτισαν από το αντάρτικο και μετά εξαφανίστηκαν. Δουλέψανε για το συμφέρον των Εγγλέζων. Εξυπηρετούσαν εγγλέζικα συμφέροντα. Οικονομούσαν ρουχισμό και χρυσό. Οι εθνοπατέρες. Οι Εγγλέζοι δίνανε αβέρτα πιστόλια, αυτόματα αλλά και χρυσό με τους τενεκέδες. Ξέρεις τι τενεκέδες λίρες ρίξανε οι Εγγλέζοι στο Άγιο Πνεύμα στο Ροδάκινο;»

Η ΑΠΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΚΡΑΪΠΕ

Ο κ. Βαγγέλης όταν προσχώρησε στην ομάδα του Καπετάν- Πέτρακα, αυτή αριθμούσε περίπου πενήντα άτομα. Έπαιρνε μέρος σε διάφορες αποστολές, όπως να μεταφέρει μηνύματα σε κοντινές και μακρινές περιοχές π.χ. στον Ομαλό, Σαμαριά, Αγία Ρουμέλη, Αράδαινα, Θέρισσο κ.α. και συμμετείχε σε σαμποτάζ και επιθέσεις κατά των Γερμανών. Ένα ιδιαίτερης σημασίας κατόρθωμα των ανταρτών και των συμμάχων, στο οποίο συμμετείχε ο κ. Βαγγέλης, ήταν η απαγωγή του Γερμανού στρατηγού Χάινριχ Κράιπε. Την απαγωγή, ως γνωστόν, σχεδίασαν και εκτέλεσαν οι Εγγλέζοι, ταγματάρχης Φέρμορ και λοχαγός Μος μαζί με τους κρητικούς Πατεράκη, Τυράκη, Σαβιολάκη, Ακουμιανάκη, Αθανασάκη, Ζωιδάκη, Χναράκη, Κόμη, Παπαλεωνίδα, Τζατζά και Ζωγραφιστό.

Στις 26 Απριλίου 1944 έγινε η απαγωγή κοντά στην Κνωσό του Ηρακλείου. Με την συνδρομή και υποστήριξη της ομάδας των Κρητικών, οι δυό Άγγλοι κατάφεραν να ξεγελάσουν τους Γερμανούς και να οδηγήσουν το αυτοκίνητο με το στρατηγό μέσα δεμένο και ακινητοποιημένο.

Με αξιοθαύμαστη ψυχραιμία κατάφεραν να περάσουν μέσα από 22 γερμανικά μπλόκα και στη συνέχεια μέσω των Ανωγείων και μετά από πολυήμερη, κουραστική και επικίνδυνη περιπλάνηση σε διάφορα χωριά, να καταλήξουν στα νότια παράλια του νησιού από όπου και τον φυγάδευσαν στην Αίγυπτο.

Ο κ. Βαγγέλης αναφέρεται στην συμμετοχή του λέγοντας: «Ο Εγγλέζος Ταγματάρχης σταματά το αμάξι, χτυπά τον οδηγό, φιμώνει και δένει τον Κράιπε, τον ρίχνει στο πάτωμα του αυτοκινήτου και παίρνει τη θέση του, γιατί ήξερε καλά γερμανικά. Ο άλλος Άγγλος έκανε τον οδηγό. Εγώ ήμουνα κρυμμένος και ακροβολισμένος σε ένα σημείο στην Χανιόπορτα. Είχαμε βάλει δικούς μας κρυμμένους κοντά σε διάφορα μπλόκα, ώστε αν κάτι πήγαινε στραβά να βοηθήσουν. Να δεις χαιρετούρες που κάνανε οι Γερμανοί στον δήθεν στρατηγό στον Γίοφυρο και στην Χανιόπορτα! Χαμπάρι δεν πήρανε!

Έξω από το Ηράκλειο τους περίμεναν δικοί μας με άλογα για να φύγουν στα Ανώγεια. Μετά από αυτή την πανωλεθρία που πάθανε βγήκανε γερμανικά αποσπάσματα και ψάχνανε μέρα-νύχτα. Οι Γερμανοί λυσσάξανε και έπεσε το ηθικό τους, με την απαγωγή του Κράιπε. Τους τσάκισε αυτό. Γι’ αυτό και μετά από εκδίκηση κατακάψανε τόσα χωριά και δολοφονήσανε τόσους ανθρώπους».

«ΕΦΑΓΑ ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ ΚΑΙ ΔΕΝ ΤΟ ΒΡΗΚΑΝΕ»

Ο κ. Βαγγέλης σταματά για λίγο. Παίρνει μια ανάσα και αφήνει ένα βαρύ αναστεναγμό. Βαριές θύμισες! Πίνει δυο γουλιές νερό, μας κοιτάζει, ύστερα ρίχνει το βλέμμα του κάτω στο πάτωμα και αρχίζει: «Θα σας σε πω για την πρώτη φορά που με πιάσανε και την έβγαλα καθαρή. Τον Οκτώβρη του 41 μου έδωσε ο καπετάνιος ένα γράμμα, με αποστολή να το πάω σε έναν κρατούμενο συνεργάτη μας, στις φυλακές της Φορτέτζας στο Ρέθεμνος. Μου είπε να το παραδώσω αυστηρά σε αυτόν και με μεγάλη προσοχή, να μη με πάρει κανείς χαμπάρι, ούτε οι άλλοι κρατούμενοι. Πήρα εγώ το γράμμα, πήγα έξω από τη φυλακή και έκανα πως έψαχνα κάτι, για να μπορέσω να εντοπίσω τον άνθρωπο, να του δώσω το γράμμα.

Σε λιγάκι να σου δυο Γερμανοί. Με αρπάζουνε και με πάνε μέσα. Όμως εγώ κατάφερα με τρόπο και έφαγα το γράμμα και δε το βρήκανε. Με ανακρίνανε, δε θυμούμαι πόσα μερόνυχτα. Τι ήθελα εκεί και τι γύρευα. Εγώ τους έλεγα συνέχεια: Πεινώ και γυρεύω φαί και δουλειά! Εγύρευα να βρω πράμα να φάω! Με είχανε πολλές μέρες στο κρατητήριο, στη φυλακή της Φορτέτζας. Φαίνεται όμως πως τους έπεισα, γιατί στο τέλος πήγε στο διοικητή η μάνα μου μαζί με έναν γνωστό μας, τον Αντώνη Καραδάκη από τον Κουρνά, και του μιλήσανε, τον παρακαλέσανε και με άφησε ελεύθερο.»

ΞΥΛΟΔΑΡΜΟΣ ΚΑΙ ΗΛΕΚΤΡΟΦΟΡΑ ΣΥΡΜΑΤΑ

Πίνει πάλι μια γουλιά νερό ο κ. Βαγγέλης μας κοιτάζει στα μάτια και συνεχίζει να μας αφηγείται τη δεύτερη φορά που τον συλλάβανε. «Μας δώσανε μια αποστολή, σε μένα και άλλα έξι άτομα να συνοδέψουμε μια ομάδα Εγγλέζους μέχρι το μοναστήρι του Πρέβελη, για να φύγουνε στην Αίγυπτο. Όμως στη Μύρθιο, παρόλα τα μέτρα που είχαμε λάβει, μιας έπιασε ένα γερμανικό απόσπασμα όλους, εμάς τους επτά κρητικούς και τους εγγλέζους. Μας πήγαν σε ένα στρατόπεδο στη θάλασσα, ανάμεσα στα Περιβόλια και το Λαντζιμά, δεν ξέρω να σου πω που ακριβώς.

Μας βάλανε σε ένα συρματοπλεγμένο χώρο στην άμμο, που τα σύρματα είχανε ρεύμα, για να μην μπορούμε να φύγουμε. Εκεί είπανε στους Άγγλους και σκάψανε λάκκους στην άμμο και μετά τους σκοτώσανε και βάλανε μετά εμάς και τους πετρώσαμε. Εμάς δεν μας σκοτώσανε αλλά μας εκάνανε και δεν μπορούσαμε να σταθούμε από το ξύλο.

Περάσανε κάμποσες μέρες και μετά καταφέρανε οι δικοί μας και μας ρίξανε τη νύχτα ειδικά ψαλίδια για ηλεκτροφόρα σύρματα και έτσι καταφέραμε και δραπετεύσαμε. Πήγαμε στο Μέρωνα και συναντηθήκαμε με την ομάδα μας, τους άλλους αντάρτες, γιατί εν τω μεταξύ είχαν ανακαλύψει οι Γερμανοί το κρησφύγετο της ομάδας μας στο Άγιο Πνεύμα και το κάψανε. Γι’ αυτό αλλάξαμε κρησφύγετο».

ΑΝΑΙΣΘΗΤΟΣ ΓΙΑ ΜΕΡΕΣ ΑΠΟ ΤΑ ΒΑΣΑΝΙΣΤΗΡΙΑ

Προχωράμε προς την τρίτη σύλληψή του. Εδώ τα πράγματα αρχίζουν να γίνονται πιο δύσκολα. Να βαραίνουν. Οι μνήμες πονάνε και η σκληρότητα μοιάζει να ξεχειλίζει. Νιώθουμε ότι η κουρασμένη καρδιά του δεν αντέχει να ανακαλέσει τόσο βάναυσες στιγμές που ο θάνατος θεωρείται λύτρωση. Περιμένουμε αμίλητοι. Αυτή η σιωπή ματώνει τα αυτιά. Αυτές οι σκέψεις πονάνε το νου. Η φωνή του ακούστηκε βαριά, αργή και ψιθυριστή.

«Η αποστολή μου ήτανε να κλέψω από ένα γερμανικό φυλάκιο στα Μισύρια, στο Ρέθυμνο, ένα ταχυβόλο και σφαίρες. Ήμουνα καλά εκπαιδευμένος, γιατί τα είχα καταφέρει σε πολλές αποστολές. Πράγματι και εδώ τα κατάφερα. Με μεγάλη προσοχή, χωρίς να με καταλάβει ο φρουρός, πήρα το ταχυβόλο και δέκα δεσμίδες σφαίρες, όσες βρήκα, και πήγαινα να κατεβώ τη σκάλα για να φύγω. Για κακή μου τύχη, εκείνη την ώρα εμφανίστηκε ο διερμηνέας, με είδε και πριν προλάβω να τον εξουδετερώσω έβαλε τις φωνές. Με συνέλαβαν και με πήγαν σε ένα φυλάκιο στην Κοξαρέ.

Εκεί άρχισε η ανάκριση, το ξύλο και τα βασανιστήρια για να μαρτυρήσω αυτά που με ρωτούσαν. Ποιός με έβαλε να το κλέψω, για ποιό σκοπό, που θα το χρησιμοποιούσαμε και ποιά ήταν η ομάδα μου. Ούτε για μια στιγμή δεν πέρασε από το μυαλό μου να μαρτυρήσω, παρ’ όλο που τα βασανιστήρια ήταν σκληρά και με άφηναν μισοπεθαμένο. Ήμουν μέσα στα αίματα, ούρλιαζα από τους πόνους και συνέχεια λιποθυμούσα. Με βασανίζανε γύρω στις δέκα μέρες. Το ότι γλύτωσα, το οφείλω στο Θεό, αυτός με βοήθησε και δεν πέθανα.

Φαίνεται πως ήμουν συνέχεια αναίσθητος και δεν συνερχόμουν εύκολα, γιατί σταμάτησαν να με βασανίζουν. Πέρασαν μερικές μέρες, δεν ξέρω πόσες και άρχισα να συνέρχομαι λίγο, εγώ όμως συνέχιζα και έκανα τον αναίσθητο. Ένα βράδυ, σύρθηκα στα σκοτεινά και κατάφερα να το σκάσω. Εντελώς εξασθενημένος, σύρθηκα, γιατί για να περπατήσω δεν είχα δύναμη, λίγο πιο πέρα από το φυλάκιο. Σε ένα σημείο ήταν ένα χαντάκι και έπεσα μέσα και κρύφτηκα.

Την άλλη μέρα με ψάχνανε οι Γερμανοί σαν τρελοί. Είχανε πάρει μαζί τους και ένα χωριανό από την Κοξαρέ που γνώριζε καλά την περιοχή και ψάχνανε παντού. Κάποια στιγμή ο χωριανός πλησίασε προς το χαντάκι που ήμουν κρυμμένος, με είδε, δεν μίλησε και οδήγησε τους Γερμανούς προς άλλη κατεύθυνση. Την άλλη μέρα, ήρθε αυτός ο άνθρωπος, με πήρε από κει και με βοήθησε να σωθώ. Ο Θεός να του το πληρώσει».

Η ΠΑΤΡΙΣ ΕΥΓΝΩΜΟΝΟΥΣΑ…

Εδώ σταματά. Τα μάτια τρέχουν, τα μάγουλα μουσκεύουν. Τραβά από την τσέπη του μαύρου πουκάμισού του ένα λευκό μαντήλι και το ακουμπά στα μάτια. Το νερό στο ποτήρι του είναι λιγοστό, σαν τα κουράγια του. Δεν θέλει να πιεί άλλο, δεν θέλει να μιλήσει άλλο. Δεν αντέχει άλλο. Δεν θέλει να μας πει για την τέταρτη σύλληψή του. Είναι πιο τραγική.

Ανοίγουμε την πόρτα της καρδιάς μας. Τον πλησιάζουμε. Γονατίζουμε μπροστά του. Τον προσκυνάμε με ένα φιλί σεβασμού στο μέτωπο. Τον παίρνουμε μια τεράστια αγκαλιά και του ψιθυρίζουμε απαλά. «Σε ευχαριστούμε ΗΡΩΑ».

ΥΓ: Η πατρίς ευγνωμονούσα απέδωσε στον ήρωα αυτό για τις υπηρεσίες τις οποίες της προσέφερε, το ποσόν των 62 ευρώ, ως σύνταξη. Τα σχόλια δικά σας!