Με τις ΥΑ 27397/122/19-8-2013 και Φ. 11321/11115/802/2-6-2014 αποφασίστηκε… η επιβολή κυρώσεων από την Επιθεώρηση Εργασίας και το ΙΚΑ σε περίπτωση διαπίστωσης αδήλωτης εργασίας και θεσπίστηκε ως πρόστιμο για κάθε αδήλωτο εργαζόμενο- υπάλληλο ο κατώτατος νόμιμος νομοθετημένος μισθός, όπως κάθε φορά ισχύει, επί (18) δεκαοχτώ μήνες εργασίας, ήτοι 10.549,44 € για υπάλληλο ηλικίας άνω των 25 ετών και 9.197,10 € για υπάλληλο κάτω των 25 ετών.

Αντίστοιχος υπολογισμός γίνεται και σε περίπτωση αδήλωτης εργασίας για κάθε αδήλωτο εργατοτεχνίτη, δηλαδή το κατώτατο νόμιμο νομοθετημένο ημερομίσθιο, όπως κάθε φορά ισχύει, επί τετρακόσιες τρεις (403) ημέρες εργασίας, ήτοι 10.550,54€ για εργατοτεχνίτη ηλικίας άνω των 25 ετών και 9.200,49€ για εργατοτεχνίτη κάτω των 25 ετών.

Το μέτρο αυτό, βέβαια, οδήγησε αρχικά στη συμμόρφωση πολλών εργοδοτών και τη μετατροπή της μαύρης εργασίας σε νόμιμη. Όμως, από τα πρόστιμα που έχουν επιβληθεί μόνο το 20-25% έχει εισπραχθεί με έκπτωση 30% ενώ το υπόλοιπο 75% ή έχει ρυθμιστεί ή έχει ακολουθηθεί η οδός της άσκησης προσφυγής ή έχει καταστεί ληξιπρόθεσμο.

Τα στοιχεία αυτά καταδεικνύουν την επιβεβλημένη ανάγκη για επανασχεδιασμό του συστήματος προστίμων, δεδομένου ότι σε πολλές περιπτώσεις το ύψος είναι εξοντωτικό, όπως όταν επιβάλλεται σε πολύ μικρές επιχειρήσεις με χαμηλό τζίρο, θέτοντας σε κίνδυνο τη συνολική λειτουργία τους και δημιουργώντας πρόβλημα βιωσιμότητας τους. Μήπως, δηλαδή, για την επιβολή του προστίμου είναι αναγκαίο να εξετάζεται η κάθε περίπτωση διαφορετικά και να λαμβάνεται υπόψη το μέγεθος αυτής καθώς και ο βαθμός συνέπειας ή παραβατικότητας της.

Θα πρέπει να μην χάνεται ο παραδειγματικός χαρακτήρας τους καθώς και η χορήγηση κινήτρων σε αυτούς που είναι συνεπείς για την καταπολέμηση της αδήλωτης εργασίας, αλλά και να μην οδηγούνται οι επιχειρήσεις σε αδυναμία εξόφλησής τους.

Παράλληλα, θα πρέπει να δοθούν κίνητρα σε όσους είναι συνεπείς με σκοπό την καταπολέμηση της αδήλωτης εργασίας