Γράφει ο Βασίλης Δημ. Χασιώτης
Πολύ κουβέντα και πολύ μελάνι πάνω στο ερώτημα… «Πρώτη φορά Αριστερά;», ή, και χωρίς ερώτημα (για κάποιους άλλους).

Ας ξεκαθαρίσω μερικά πράγματα εν προοιμίω, για να μπορούμε να συνεννοηθούμε καλύτερα στη συνέχεια.

Πρώτον : στο επίπεδο του καθημερινού βίου του απλού πολίτη, περισσότερο και από το πώς αυτοπροσδιορίζεται ιδεολογικά ένα κόμμα, πολύ περισσότερο ένα κυβερνόν κόμμα, σημασία έχει το περιεχόμενο της ασκούμενης πολιτικής.

Δεύτερον : Σε συνέχεια της παραπάνω παρατήρησης, ένα κυβερνητικό πρόγραμμα έχει ένα ιδεολογικό στίγμα, που δεν υπάρχει καμία αναγκαιότητα στη πράξη, να «παντρεύεται» με το ιδεολογικό στίγμα του κόμματος που το εφαρμόζει, εφόσον υπάρχουν συμφωνίες σε θεμελιώδη ζητήματα λειτουργίας του πολιτεύματος (π.χ. στη κοινοβουλευτική δημοκρατία). Η περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ είναι χαρακτηριστική, και διεθνώς, μπορούμε να βρούμε πλήθος άλλων παραδειγμάτων.

Τρίτον : Σε συνέχεια των δύο παραπάνω παρατηρήσεων, δεν αποτελεί καθόλου έκπληξη και αξιοπερίεργο πολιτικό φαινόμενο, προγράμματα με μεγαλύτερη ευαισθησία σε θέματα κοινωνικής δικαιοσύνης να εφαρμόζονται από κυβερνήσεις που «θεωρητικά» δεν θα αναμένονταν να τα εφαρμόσουν, και να εφαρμόζονται ανάλγητες πολιτικές από κυβερνήσεις που «θεωρητικά» στέκουν απέναντί τους.

Τέταρτον : Σε συνέχεια των τριών παραπάνω παρατηρήσεων, εστιάζοντας στην καθ’ ημάς ελληνική πραγματικότητα, η πρόσδωση του τίτλου «Αριστερά» στον ΣΥΡΙΖΑ, ιδίως τον αποκαθαρμένο από την αριστερή του πλατφόρμα, δεν μπορεί να γίνει χωρίς να προκαλέσει το μένος του ΚΚΕ, το οποίο εκτός της αδιαμφισβήτητης ιστορικότητας της ηγεσίας του στον Αριστερό χώρο, επίσης διεκδικεί και τον τίτλο του υποθηκοφύλακα των ιδεολογικών τίτλων του χώρου αυτού.

Πέμπτον : Σε συνέχεια των τεσσάρων παραπάνω παρατηρήσεων, ο ΣΥΡΙΖΑ, και ιδίως ο ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΣ, που αποτελεί την κύρια και ήδη μόνη κυρίαρχη συνιστώσα του κυβερνώντος κόμματος, ιδεολογικός διάδοχος του ευρωκομμουνιστικού ΚΚΕεσ και των μετεξελίξεών του, με πολύ μεγάλη δυσκολία, ακόμα και στο ιδεολογικό επίπεδο, μπορεί να διακριθεί από τη σοσιαλδημοκρατία του σήμερα (όπως και των τελευταίων δεκαετιών), και τούτης της τελευταίας από την κεντρογενή (λαϊκή) Δεξιά.

Έκτον : Σε συνέχεια των παραπάνω πέντε παρατηρήσεων, δεν είναι χωρίς σημασία να σημειώσουμε, ότι διεθνώς, και πάντως στην Ευρώπη, οι όροι «Αριστερά», «Δεξιά», «Σοσιαλδημοκρατία» κ.λπ., χρησιμοποιούνται περισσότερο διότι δεν έχουν εφευρεθεί οι κατάλληλοι όροι που θα έπρεπε να τους διαδεχτούν, για να εκφράσουν μια πραγματικότητα αν όχι ριζικά τουλάχιστον ουσιωδώς διαφορετική από εκείνη που ίσχυε και «γέννησε» τους παραπάνω ιστορικούς ιδεολογικούς όρους. Στη λογική αυτή χρησιμοποιούνται και από μένα.

Έβδομον και τελευταίο : Σε συνέχεια των έξη παραπάνω παρατηρήσεων, συνάγεται, λαμβάνοντας υπόψη τις τοποθετήσεις που προηγήθηκαν, ότι στη μνημονιακή Ελλάδα, ουσιαστικά, τα Μνημόνια καταβρόχθησαν και διέλυσαν κάθε προσπάθεια ιδεολογικού σωσιβίου που τα κυβερνητικά μνημονιακά κόμματα χρησιμοποίησαν και χρησιμοποιούν προκειμένου να διασωθούν πολιτικά. Τα Μνημόνια είναι ως προς το ιδεολογικό τους περιεχόμενο βαθιά νεοφιλελεύθερα. Έτσι, το «σοσιαλδημοκρατικό» ΠΑΣΟΚ, η «κεντρογενής» ή «λαϊκή Δεξιά», (Νέα Δημοκρατία), και ο «Αριστερός» ΣΥΡΙΖΑ, ανεξάρτητα της ρητορείας που χρησιμοποιούν στην απέλπιδα προσπάθειά τους να διαφοροποιηθούν μεταξύ του (τουλάχιστον) ιδεολογικά, ώστε να μη θεωρηθούν ως διαχειριστές του ιδίου συστήματος, και εν προκειμένω, του συστήματος των εγκληματικών Μνημονίων, δεν παύουν εν τούτοις, να υπηρετούν τα Μνημόνια, και επομένως, με βάση τις προηγηθείσες παραδοχές, επαξίως θα πρέπει να θεωρούνται ως κόμματα νεοφιλελεύθερα, τουλάχιστον όταν βρίσκονται στη κυβέρνηση. Το γεγονός ότι μεταλλάσσονται τόσο εύκολα και τόσο γρήγορα, ανάλογα αν βρίσκονται στη κυβέρνηση ή στην αντιπολίτευση, αυτό, στη δική μου αξιολόγηση των πραγμάτων, δείχνει το βαθμό του πολιτικού τους αμοραλισμού, ένα χαρακτηριστικό, εκ των πλέον θεμελιωδών του Παλαιοκομματισμού

Μετά από τις παραπάνω αναγκαίες διασαφήσεις, ας συνεχίσουμε.

Το σλόγκαν λοιπόν «Πρώτη φορά Αριστερά», ουδέποτε χρησιμοποιήθηκε, ούτε καν από τις πιο ακραίες αριστερές πτέρυγες του ΣΥΡΙΖΑ με το περιεχόμενο που οι μετέπειτα κριτικές επιχειρούν να του προσδώσουν. Ότι τάχατες, υπήρχε ένα «αριστερό» πρόγραμμα το οποίο ο ΣΥΡΙΖΑ δεν εφάρμοσε.

Όμως, το κυβερνητικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ, υποτίθεται ότι θα ήταν το Πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης, το οποίο, ασφαλώς, κάθε άλλο παρά ως Αριστερό θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί κάτι που και η ίδια η ηγεσία του κόμματος αυτού επισήμαινε και τότε.

Ήταν ένα πρόγραμμα που στο επίπεδο του περιεχομένου του επιχειρούσε να αποκαταστήσει κάποια σημαντικά ζητήματα νομιμότητας από το σύνολο των αντισυνταγματικών και παράνομων μέτρων που είχαν επιβληθεί με τα μνημόνια, ενώ στο επίπεδο της άσκησης της κυβερνητικής πολιτικής, αυτό το «Πρώτη φορά Αριστερά» προπαγανδίζονταν ως το ηθικό πλεονέκτημα που υποτίθεται ότι εκπροσωπούσε αυτός ο χώρος και αυτό το κόμμα, πλεονέκτημα που κυρίως εστίαζε σε δύο πράγματα : Πρώτον, ότι δεν είχε καμία δέσμευση με την οποιουδήποτε τύπου και μεγέθους διαπλοκή στην εθνική και διεθνή της διάσταση. Δεύτερον, ότι έφερνε ένα νέο ήθος και ύφος στην εξουσία, τουλάχιστον στο οξύ ζήτημα οι κυβερνήσεις, επί τέλους, να μην αναρριχώνται την εξουσία υφαρπάζοντας, δηλαδή, κλέβοντας τη ψήφο του λαού με ασύστολα προεκλογικά ψεύδη, αλλά το όποιο προεκλογικό συμβόλαιο με το λαό να θεμελιώνεται στην εντιμότητα της συμφωνίας λαού – κυβέρνησης, και όχι στον διαχρονικά κυρίαρχο αμοραλισμό και καιροσκοπισμό των κομμάτων εξουσίας.

Αναμφίβολα, ο ΣΥΡΙΖΑ διέψευσε, στην ουσία συνέτριψε τόσο τις προσδοκίες για αποκατάσταση του Δικαίου που είχε διαβρωθεί από τις Μνημονιακές πολιτικές, όσο και τις προσδοκίες όσων είχαν επενδύσει στο ηθικό του πλεονέκτημα και στο γεγονός ότι ήταν κυβερνητικά άφθαρτος, όσο κι αν πολιτικά αυτό να μην ίσχυε και τόσο, διότι δεν ήταν ένα «χτεσινό» κόμμα, ενώ διάφορα στελέχη του, είχαν μακρά θητεία στη δημόσια διοίκηση, στενότερη και ευρύτερη.

Επιπλέον συνέτριψε όχι μονάχα τις προοπτικές της Αριστεράς μα και την όποια φήμη είχε, (η Αριστερά), τουλάχιστον στο επίπεδο των κοινωνικών διεκδικήσεων όπου η επιρροή της παραδοσιακά ήταν ασύγκριτα μεγαλύτερη απ’ ό,τι στο καθαρά πολιτικό και ιδεολογικό πεδίο όπου ιστορικά απέτυχε να διαχύσει τις αριστερές της απόψεις στη κοινωνία, όχι χωρίς δική της ευθύνη, χάρη σε ιδεολογικές αγκυλώσεις, κάποιες από τις οποίες εμφανίστηκαν και στη κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, στην αδυναμία της να εκσυγχρονίσει τον αριστερό λόγο της όπως και το περιεχόμενό του, αλλά και την αδυναμία της να συμπλεύσει με ευρύτατα πλειοψηφικές απόψεις στο λαό πάνω σε κρίσιμα εθνικά ζητήματα ανοικτά ή μη, ως προς τα οποία βρίσκεται σε εμφανή δυσαρμονία με την παραπάνω πλειοψηφία.

Συμπερασματικά : Από τις 15 Γενάρη του 2015 και δώθε, δεν υπάρχει καμία κυβέρνηση που να είχε υποσχεθεί ένα Αριστερό πρόγραμμα. Υπάρχει μια κυβέρνηση που αυτοπροσδιορίζεται ως «Αριστερά», όμως, ο λαός δεν ενδιαφέρεται για τους ιδεολογικούς της υπαρξιακούς προβληματισμούς, αλλά ενδιαφέρεται για το δικό του υπαρξιακό πρόβλημα, το οποίο δεν έχει ιδιαίτερο πρόβλημα πώς η διανόηση θα το βαφτίσει, αλλά, επίσης, είναι αυτός ο ίδιος ο λαός, που αμφισβητεί, όπως εγώ εκτιμώ, όλες πλέον τις ιστορικές ιδεολογικές ταμπέλες όλων των κομμάτων που τις επικαλούνται.

Πρώτη φορά Αριστερά λοιπόν;

Λοιπόν, ας συνοψίσω, λίγο πιο επιγραμματικά :

Πρώτη φορά Αριστερά θα ήταν αν, ξεκινώντας από αυτό που έχει ρημάξει το ήθος και ύφος της Δημοκρατίας μας, θα κυβερνούσε με βάση ό,τι υποσχέθηκε.

Πρώτη φορά Αριστερά θα ήταν, αν η ψήφος που την έφερε στην κυβέρνηση, δεν θα αποδεικνύονταν γι ακόμα μια φορά μια ψήφος κλεμμένη και υφαρπασμένη.

Πρώτη φορά Αριστερά θα ήταν, αν το Κράτος παρέμενε ιδιοκτησία του Λαού και όχι μια ομοσπονδία πολιτικών φέουδων που ανήκαν στον εκάστοτε πολιτικό φεουδάρχη, επί κεφαλής των οποίων ήταν -και είναι- ο πρωθυπουργός, τον οποίο συνήθως έχουν στη «γυάλα» προκειμένου να παραμένει, ως πολιτικό κεφάλαιο, όσο μπορεί πιο «άθικτος» από τη καθημερινή σκόνη ή και βρώμα που αναδύει η καθημερινή άσκηση της κυβερνητικής πολιτικής.

Πρώτη φορά Αριστερά θα ήταν, αν αποτελούσε τη κάθε γραμμή του Συντάγματος της χώρας, των Νόμων της χώρας και των Διεθνών Συνθηκών, Συνθηκών και Συμβάσεων που εμβαθύνουν και δυναμώνουν τα Δημοκρατικά Ιδεώδη και τις Δημοκρατικές Αξίες, και όχι να μεταβάλλεται η κυβέρνηση στον πιο ύπουλο και κύριο εχθρό της Δημοκρατίας, εκχερσώνοντας το έδαφος πάνω στο οποίο έχουν φυτρώσει οι παραπάνω αξίες.

Πρώτη φορά Αριστερά θα ήταν, αν ο λαός εκφράζονταν τακτικά με δημοψηφίσματα για όλα τα σημαντικά εθνικά ζητήματα (πολιτικού, κοινωνικού, οικονομικού, γεωπολιτικού περιεχομένου, κ.λπ.), αλλά και οι τοπικές κοινωνίες για τα μείζονα τοπικά προβλήματα, και τα αποτελέσματα των δημοψηφισμάτων αυτών να είναι δεσμευτικά για τις πολιτικές και τοπικές ηγεσίες.

Πρώτη φορά Αριστερά θα ήταν, αν βλέπαμε γιούς, κόρες, συγγενείς μελών της κυβέρνησης να στήνονται στην ουρά του ΟΑΕΔ αναζητώντας δουλειά διότι είναι άνεργοι, όχι για κάποιον άλλο λόγο, μα διότι, πολύ απλά, οι Νόμοι εφαρμόζονται τόσο δίκαια, ώστε ακόμα και οι πιο μικρές χαραμάδες που επέτρεπαν την ευνοιοκρατία, κι αυτές να έχουν κλείσει.

Πρώτη φορά Αριστερά θα ήταν, αν βλέπαμε μια κυβέρνηση με οδηγό το Νόμο, δεν θα διανοούνταν να ανταλλάξει χειραψία με δυνάμεις της Αθλιότητας, εδώ και διεθνώς, κλείνοντας συμφωνίες κατάδηλα χάρη της Αθλιότητας και εναντίον του λαού.

Πρώτη φορά Αριστερά θα ήταν, αν βλέπαμε τις ελίτ της Μεγαλοδιαπλοκής και Μεγαλοαπάτης, που ρημάζουν διαχρονικά το τόπο, να αποτελούν την πρωταρχική όσο και ουσιαστική καθημερινή μέριμνα της κυβερνητικής πολιτικής, που θα στοχεύει στην εξάρθρωσή τους.

Πρώτη φορά Αριστερά θα ήταν, αν βλέπαμε στις φορολογικές στατιστικές, οι διαχρονικά φορολογικοί «πλουτοκράτες», μισθωτοί και συνταξιούχοι, να υποσκελίζονται στις πρώτες θέσεις, από τους πραγματικούς πλουτοκράτες της χώρας.

Πρώτη φορά Αριστερά θα ήταν, αν ήταν σε όλους ηλίου φαεινότερο, ότι η κυβέρνηση έπαψε πια να ασχολείται νυχθημερόν πώς θα αποστραγγίσει ακόμα περισσότερο τα όποια ισχνά εισοδήματα και υπερφορολογήσει κι άλλο την όποια εναπομείνασα περιουσία των συνήθων υποζυγίων αυτού του τόπου, και έργω, όχι λόγω, η Ώρα να Πληρώσει η Αθλιότητα, ήρθε και ήδη άρχισε ο χρόνος να μετράει ανάποδα γι΄ αυτή.

Πρώτη φορά Αριστερά θα ήταν, αν ο λαός, θα έπαυε πλέον να οικτίρει την τύχη του για το άθλιο από πλευράς ποιότητας και ικανοτήτων απόθεμα ηγεσίας τούτου του τόπου, αναγκαζόμενος να επιλέγει πάντα μεταξύ των το το δυνατό λιγότερο ανίκανων και ηθικά αναξιόπιστων από πολιτική άποψη.

Πρώτη φορά Αριστερά θα ήταν, αν επιτέλους, τα κατεδαφισθέντα υλικά του Παλαιοκομματισμού πράγματι όδευαν στη χωματερή και η Νέα Τάξη Πραγμάτων, οικοδομούνταν με πραγματικά Νέα υλικά.

Εδώ όμως αυτό που ζήσαμε, για να μείνουμε λίγο παραπάνω σ’ αυτό το τελευταίο, ήταν η αντεπίθεση των παλιατζήδων του παλαιοκομματισμού.

Αν κάπου πράγματι η Κρίση δημιούργησε Ευκαιρίες, και κυρίως, τις άδραξε αμέσως, είναι στο ότι ανέστησε, εκεί που φαίνονταν ότι θα τέλειωνε τον Παλαιοκομματισμό.

Φάνηκε, κάποια στιγμή, ιδίως όταν ένα πολιτικό κόμμα, και μάλιστα κόμμα παραδοσιακά μικρό, τόσο μικρό, ώστε η τη κάθε φορά η είσοδός του στη Βουλή να αποτελεί ένα μεγάλο βάσανο για τα στελέχη του, ενώ υπήρχαν και περίοδοι που έμεινε εντός Βουλής, και κυρίως, κόμμα από το χώρο μιας ιδεολογίας, την Αριστερά, που πάσχιζε να πείσει το λαό, ότι ήθελε και μπορούσε να απαλλαγεί με τον Παλαιοκομματισμό και να φέρει κάτι το πραγματικά το Νέο τη χώρα.

Λυτοί και δεμένοι, εδώ κι έξω, σε καμία περίπτωση δεν ευνοούν το τέλος του παλαιοκομματισμού στη χώρα μας. Αποτελεί γι΄ αυτούς, πέρα από το όργανο, την εγγύηση ότι η μνημονιακή Αθλιότητα, και η διαχρονική Αθλιότητα γενικότερα, δεν θα μείνει με ανολοκλήρωτο το έργο της. Μια εγγύηση που θεμελιωδώς εστιάζει και εστιάζεται στην κατάρρευση των πλέον βασικών εμποδίων που προέρχονται από την ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΝΟΜΙΜΟΤΗΤΑ, αναφορικά με τα ήδη επιβληθέντα και άλλα περισσότερα που ακόμα δεν έχουν επιβληθεί, αλλά και στην περαιτέρω «εμβάθυνση» όσων εκ των ήδη επιβληθέντων δεν έχουν «εμβαθυνθεί» αρκούντως, άλλαις λέξεσι, όπου ο καρπός της Cucumis sativus, τουτέστιν του αγγουριού, δεν έχει επαρκώς «εμβαθυνθεί» εκεί όπου τον εισχωρούν. (Σημείωση σημαντική : επιμένουν δε να αναφωνούμε κατά την στιγμή της «εμβαθύνσεως», «σωθήκαμε!», και ελπίζω να μου συγχωρεθεί η κάπως αριστοφανικού ήθους και ύφους αναφορά μου σε «αγγούρια»…).

Συνεπώς, ανάγκη μεγάλη, τα υλικά του παλαιοκομματισμού, κατάλληλα αποξυσμένα και γυαλισμένα με πλήθος στρώσεων γυαλιστικού, και βεβαίως υπό νέα συσκευασία το υλικό αυτό, αλλά και με νέα διαφημιστικά σλόγκαν, να προωθηθούν εκ νέου στην αγορά. Εδώ, μιας και το πουγκί των χορηγών του παλαιοκομματισμού είναι ασύγκριτα πιο φουσκωμένο από τους χορηγούς που προωθούν το νέο στο πολιτικό σκηνικό της χώρας, που επαγγέλλεται την υποκατάσταση μνημονιακής εμβάθυνσης με την εμβάθυνση της ξεριζωμένης ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗΣ ΝΟΜΙΜΟΤΗΤΑΣ, ασφαλώς και ελπίζουν ότι το «προϊόν» τους θα επικρατήσει -γι’ ακόμα μια φορά. Αυτή η ελίτ της Αθλιότητας, η βολεμένη στη προστατευμένη λεηλασία και την επίσης προστατευμένη απάτη, αναμφίβολα δεν πρόκειται να μείνει ακίνητη και χωρίς αντίδραση σε ο,τιδήποτε απειλεί τα προνόμιά της.

Η Δημοκρατική Νομιμότητα, σε όλες της τις μορφές και εκδηλώσεις, είναι το Μεγάλο Θύμα της Αθλιότητας διαχρονικά, η δε μνημονιακή περίοδος που διανύουμε, συνιστά την ωρίμανση και εκδήλωση όλων των κακοήθων κοινωνικών, πολιτικών και οικονομικών στρεβλώσεων, υπό μορφή καλπάζοντος πολιτικο-κοινωνικο-οικονομικού κακοήθους καρκινώματος.

Η Δημοκρατική Νομιμότητα, συνιστά τον κατεπείγοντα στόχο της «αγωγής», της «θεραπείας» της χώρας, κι αυτό απαιτεί την άμεση διακοπή της μνημονιακής «θεραπείας», την αναγνωρισμένης από όλους, τουλάχιστον πριν τις κυβιστήσεις τους, ως το «φάρμακο που σκοτώνει τον ασθενή».

Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΝΟΜΙΜΟΤΗΤΑ, δεν έχει καθόλου μονάχα ηθικό περιεχόμενο. Έχει και ύψιστης σπουδαιότητας πρακτική οικονομική σημασία. Διότι το να αρθεί π.χ., η διαχρονική προστασία προς το μαύρο χρήμα και τη διαπλοκή της Μεγαλοδιαπλεκόμενης ελίτ, σημαίνει ΠΟΛΥ ΠΡΑΚΤΙΚΑ ότι ένας απίστευτος πακτωλός εισοδημάτων και πλούτου αυτής της ελίτ που αθροιστικά υπερβαίνει το ίδιο το δημόσιο χρέος, θα ήταν υποχρεωμένο να επωμιστεί τα βάρη που της αναλογούν και βεβαίως να επιστρέψει ή καταβάλλει όσα αχρεωστήτως ή και παρανόμως είχε και κατείχε.

Και κάτι το τελευταίο.

Πρώτη φορά Αριστερά;

Μιλάμε σαν να αναφερόμαστε στον Πάπα με το αποκλειστικό προνόμιο της κατοχής ενός μεγάλης αξίας πράγματος : της Αλήθειας, στη περίπτωση του Πάπα, του Εγγυητή της Δημοκρατίας και της Πολιτικής Ηθικής στη περίπτωση της Αριστεράς.

Όμως, το πραγματικό ερώτημα για μένα, δεν τίθεται μονάχα ως προς την Αριστερά, διότι έχουν περάσει πολλά χρόνια, πολλές δεκαετίες, από τότε που η Αριστερά έχασε τα ηθικά της και άλλα προνόμια, περισσότερο σε χώρες όπου είχε κατακτήσει την εξουσία για δεκαετίες ολόκληρες, αλλά και στη χώρα μας, με πράξεις ή παραλείψεις, που στιγμάτισαν την ιδεολογία της, ενώ εκκρεμεί η αυτοκριτική της. Τίθεται προς ον βούλεται συμβάλλειν στη προκοπή και κυριαρία της Δημοκρατίας και του Νόμου, και επί του παρόντος, στη σωτηρία της χώρας.

Τούτη η Αριστερά, ήδη χτυπήθηκε από το Σύνδρομο Hutchinson-Gilford, της (πολιτικής) προγηρίας. Ο πολιτικός της χρόνος στη περιοχή της εξουσίας, για λόγους που θα διερευνηθούν από τους ιστορικούς και θα πληροφορηθούμε κι εμείς οι υπόλοιποι, πέρασε από πάνω της με ταχύτητα φωτός. Ενώ χρειάστηκαν κοντά σαράντα χρόνια για να απαξιωθούν στη συνείδηση του λαού οι πολιτικές δυνάμεις που είχαν την ευθύνη της διακυβέρνησής του την περίοδο αυτή, στη περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία, κάθε δεκαετία φθοράς για τα κόμματα της προηγούμενης τεσσαρακονταετίας, αντιστοιχούν σε κάθε τρίμηνο της δικής του διακυβέρνησης. Ήδη η συγκεκριμένη τουλάχιστον Αριστερά, (αν και προσωπικά πιστεύω : ΟΛΗ η Αριστερά), έχει πλέον καταλάβει στη συνείδηση του λαού, μια θέση με τις λοιπές πολιτικές δυνάμεις του Παλαιοκομματισμού, δύσκολα δε μπορώ να διακρίνω, τουλάχιστον από τα υπάρχοντα κοινοβουλευτικά κόμματα, κάποιο που να μπορεί, πλέον, να εμπνεύσει το λαό, ως φορέας μιας πραγματικής αλλαγής προς το καλύτερο.