«…Ουκ επ’ άρτω μόνω ζήσεται άνθρωπος» (κατά Ματθαίον δ’)
Έριξε μια γρήγορη, τελευταία ματιά στο χάρτη πριν ξεκινήσει. Ασυναίσθητα κοίταξε το αγιορείτικο κομποσχοίνι που κρεμόταν στον καθρέφτη του παρμπρίζ κι έκανε τον σταυρό του.

Μόλις είχε ξεκινήσει για μία ακόμα εξόρμηση, από αυτές που ονόμαζε «χαρούμενη εργασία». Ήταν φωτογράφος και, μετά από αρκετές αναβολές, αποφάσισε να πραγματοποιήσει ένα από τα μεγάλα του όνειρα: Να εκδώσει ένα βιβλίο με φωτογραφίες από τα σπουδαιότερα Μοναστήρια του ιδιαίτερου τόπου καταγωγής του, την Πελοπόννησο.

Έτσι λοιπόν, εδώ και λίγες εβδομάδες είχε δώσει σάρκα και οστά στο μεγαλεπήβολο αυτό σχέδιο. Οι δυσκολίες μεγάλες: Πολλά έξοδα, δύσκολη αναζήτηση πληροφοριών για ξεχασμένες Ιερές Μονές, ακόμα δυσκολότερη επικοινωνία με τους μοναχούς και πρόσβαση σε αυτά τα Προσκυνήματα που, παρότι ξεχασμένα από τους ανθρώπους, έστεκαν ακλόνητα εκεί, για να δοξολογούν τον Θεό.

Ήταν, με λίγα λόγια, μια «τρέλα» το όλο εγχείρημα. «Ποιος θ’ ασχοληθεί με Μοναστήρια στην εποχή μας;», του έλεγαν διάφοροι «λογικοί». «Άλλη δουλειά δεν έχεις να κάνεις μ’ αυτή την κρίση, παρά να τρέχεις να βρεις τους καλόγερους;», συμπλήρωναν άλλοι. Όμως αυτός, εκεί. Είχε μια παλαβή επιμονή πως τελικά θα τα καταφέρει, παρά τις αντιξοότητες.

Έτσι σκεφτόταν και τώρα, ενώ διέσχιζε την Εθνική Οδό στο ύψος των Μεγάρων, με κατεύθυνση την Ορεινή Κορινθία. Όλες τις δυσκολίες που αναφέρθηκαν, τις είχε υπόψη του. Έλα όμως που παρουσιάστηκε και μία ακόμα, που δεν είχε υπολογίσει! Η Νηστεία της Σαρακοστής, που αποφάσισε να τηρήσει φέτος για πρώτη φορά μετά από χρόνια, «δοκιμαστικά» όπως έλεγε δίνοντας κουράγιο στον εαυτό του, μην πιστεύοντας πως τελικά θα φτάσει μέχρι το Πάσχα νηστεύοντας.

Άλλο όμως είναι να νηστεύει κανείς στο σπίτι του κι άλλο όταν ταξιδεύει. Στη δεύτερη περίπτωση, οι δυσκολίες και οι πειρασμοί είναι απείρως περισσότεροι και παραμονεύουν σε κάθε…χιλιόμετρο. Έτσι και τώρα, «οδοιπόρος» καθώς ήταν – έστω και μέσα στην άνεση του αυτοκινήτου – δεν πίστευε πως θα καταφέρει να νηστέψει και σήμερα. Το είχε δεδομένο πως, όλο και σε κάποια ταβέρνα στα χωριουδάκια της Ορεινής Κορινθίας θα γευόταν τα φρέσκα κρεατικά, τις τοπικές νοστιμιές και άλλες λιχουδιές που είχε στερηθεί – αλλοίμονο! – για 5-6 μέρες…

Άλλωστε, είχε ήδη έτοιμη την δικαιολογία: Δεν μπορείς να δουλεύεις, να κάνεις εκατοντάδες χιλιόμετρα μέσα σε μία μόνο ημέρα και να μένεις νηστικός! Δεν το χωράει ούτε η νοοτροπία της σύγχρονης εποχής αυτό, ούτε το αντέχει το στομάχι! Καλά ήταν όσο νήστεψε μέχρι τώρα, του χρόνου πάλι και βλέπουμε…

Με αυτές τις σκέψεις, ούτε που κατάλαβε πότε πέρασε τον Ισθμό κι άρχισε σιγά – σιγά να ανηφορίζει προς τα ορεινά του Νομού Κορινθίας. Η φύση δεν ήταν ακόμα ανοιξιάτικη, παρότι βρισκόμασταν στις αρχές Απριλίου. Ο καιρός, του προκαλούσε ιδιαίτερο εκνευρισμό, καθώς δεν επιβεβαίωνε τις μετεωρολογικές προβλέψεις για ηλιοφάνεια και πυκνά, μαύρα σύννεφα έκαναν την εμφάνισή τους στο βάθος, εκεί στην οροσειρά που βρισκόταν το παλιό Μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου.

Μετά από αλεπάλληλες στροφές και οδήγηση σε στενούς επαρχιακούς δρόμους, έφτασε στον προορισμό του. Ήταν εκνευρισμένος, γιατί η ώρα ήταν μία παρά και στις 1 η Μονή έκλεινε. Πότε θα προλάβαινε να βγάλει φωτογραφίες;

Στα γρήγορα έτρεξε και μπήκε μέσα. Στο Καθολικό με τις παλιές τοιχογραφίες, άρχισε να φωτογραφίζει βιαστικά. Ένας μοναχός τον καλωσόρισε. Ήξερε τον σκοπό της επίσκεψής του και τον εξυπηρέτησε σε ό,τι του ζήτησε: Ιστορικά στοιχεία, αδιάκριτες ερωτήσεις και συνεχείς φωτογραφίες, δεν πείραζαν το καλοκάθαγο γεροντάκι, το αντίθετο μάλιστα.

«Ελάτε να σας πάω στον Ηγούμενο», πρότεινε στο τέλος της περιήγησης.

Ο φωτογράφος δέχτηκε. Τον ανέβασαν μέσω μιας ξύλινης σκάλας – που ένιωθες πως θα σπάσει από τα πολλά τριξίματα – στον Γέροντα της Μονής, έναν πρόσχαρο και σεβάσμιο Ιερομόναχο. Έναν λεβεντόπαπα, από αυτούς που κρατάνε ακόμα ζωντανά τα Ιερά Προσκυνήματα αυτού του τόπου, παρά την εγκατάλειψη από τους ανθρώπους, ακόμα και τους «πιστούς Χριστιανούς».

Εκείνος τον καλοδέχτηκε. Ζήτησε να μάθει για τα βιβλία του και του έδειξε μερικές εκδόσεις της Μονής. Αμέσως προσφέρθηκε λουκουμάκι και κρύο νερό, παραδοσιακό μοναστηριακό κέρασμα. Η ώρα περνούσε και το στομάχι…διαμαρτυρόταν. Με αφέλεια αλλά και θράσος, ρώτησε έναν καλόγερο «αν ξέρει καμιά ταβέρνα εδώ γύρω».

«Ναι, βέβαια», απάντησε εκείνος γελώντας. «Θα την βρείτε ευθεία στα 20 μέτρα και δεξιά, στη δεύτερη πόρτα». Μέχρι ο φίλος μας να καταλάβει τι γινόταν, τον είχε αρπάξει από το μπράτσο ο Ηγούμενος, λέγοντάς του «ελάτε να φάτε μαζί μας, είναι καλύτερα από την ταβέρνα!»

Διστακτικά ακολούθησε. «Δεν είναι κακό να τσιμπήσω κάτι για ορεκτικό πριν τα κοψίδια», σκέφτηκε ο…κολλημένος με τα παϊδάκια και τα άλλα κρεατικά «οδοιπόρος». Θα έτρωγε λοιπόν κάτι «ψιλό» εδώ και μετά…γραμμή για την ταβέρνα!

Ο Γέροντας τον οδήγησε σ’ ένα μικρό δωματιάκι με ένα τραπεζάκι και 4-5 καθίσματα γύρω. Δεν θύμιζε σε τίποτα τις ωραίες τράπεζες που έβλεπε στο Άγιον Όρος. Εδώ όλα ήταν τελείως λιτά, φτωχικά θά’ λεγε κανείς.

Έκαναν προσευχή και κάθησαν στο τραπέζι. Παρατήρησε πως συνολικά 5 άτομα έπρεπε να φάνε, αλλά τι; Από μια μικρή κατσαρόλα ένας Δόκιμος έβαζε κάτι λαδερό στα πιάτα, σε μικρές μερίδες. Ήταν αρακάς με λάδι – «είστε τυχερός, γιατί ήρθατε Σάββατο που γίνεται κατάλυση ελαίου», τόνισε ο Ηγούμενος – σε ποσότητες που πιθανόν να έφταναν για κάποιο παιδάκι 5 ετών, αλλά όχι για πεινασμένους ενήλικες!

Το τραπέζι είχε στρωθεί. Με έκπληξη παρατήρησε πως η δική του μερίδα ήταν τουλάχιστον η διπλάσια, μπορεί και τριπλάσια, από αυτές των μοναχών! Πήγε να διαμαρτυρηθεί, αλλά ο Γέροντας Γεννάδιος διαβάζοντας τη σκέψη του, τον έκοψε: «Έχετε δρόμο μπροστά σας, πρέπει να φάτε».

Το «μενού» περιελάμβανε, εκτός του αρακά, μαύρο ψωμί, άγρια χόρτα με απίστευτη πικράδα που δεν έφευγε με κανέναν τρόπο και υπολείμματα ταραμοσαλάτας που είχαν μείνει σ’ ένα μικρό μπολ. Μάταια αναζήτησε ο επισκέπτης λίγο τυρί ή έστω κανονικό, άσπρο ψωμάκι, μιας και αυτό της ολικής άλεσης ήταν πικρό, περίπου όπως τα χόρτα.

Ξεκινώντας ανόρεχτα να φάει, ούτε που κατάλαβε πότε πέρασε μισή ώρα στο τραπέζι. Ο Γέροντας ελάχιστα είχε ακουμπήσει το φαγητό του, αφού έλεγε ιστορίες της Μονής από τα παλιά, τις οποίες διάνθιζε με συμβουλές για τη νηστεία, την εγκράτεια και την ταπείνωση.

Έτσι, όταν το γεύμα αυτό τελείωσε, οι σκέψεις της ταβέρνας και των κρεατικών είχαν απομακρυνθεί ολότελα από τον κακομαθημένο προσκυνητή. Τόση ώρα, είχε χορτάσει όχι βέβαια με τον παραβρασμένο αρακά και τις άγριες βρούβες, αλλά με τα λόγια του Γέροντα που δημιουργούσαν μια κατανυκτική ατμόσφαιρα, ακόμα και την ώρα του φαγητού!

Ολόκληρη η διάθεσή του είχε αλλάξει. Σκέφτηκε πόσο γελοία ήταν όσα υπολόγιζε πριν για ταβέρνες και…κοψίδια. Ο παπα – Γεννάδιος, βλέποντάς τον σκεφτικό, τον προσκάλεσε για καφεδάκι στον εξώστη της Μονής, που έβλεπε στην όμορφη λιμνούλα που βρισκόταν από κάτω.

Η ώρα περνούσε και ο επισκέπτης δεν χόρταινε να ακούει τα πνευματικά θησαυρίσματα της σοφίας του Γέροντα. Έπρεπε όμως να βγάλει ακόμα μερικές φωτογραφίες και να κατέβει και στη λίμνη, όπου βρισκόταν το «Παλαιομονάστηρο», δηλαδή ένα εκκλησάκι που εγκαταλείφθηκε παλιά από τους μοναχούς προκειμένου να αναζητήσουν ασφαλέστερο καταφύγιο ψηλότερα.

Ζήτησε επιπλέον πληροφορίες, ασπάστηκε το αγιασμένο χέρι του Γέροντα και αποχαιρέτησε τους μοναχούς που τον είχαν φιλοξενήσει εγκάρδια και αβραμιαία, με την υπόσχεση κάποια στιγμή να επιστρέψει και να τους ξαναδεί.

Η διάθεσή του ήταν ευχάριστη και ούτε ο θόρυβος των δεκάδων προσκυνητών που ήρθαν εκείνη την ώρα με πούλμαν την μετέβαλε. Κατηφόρησε προς τη λίμνη, όπου διάφοροι ντόπιοι πουλούσαν τα προϊόντα τους. «Κύριε, θέλετε να δοκιμάστε την γραβιέρα μας; Ορίστε, πάρτε και το παξιμάδι μαζί, δικά μας είναι όλα!», του είπε ένας νεαρός. Εκείνος, πήρε μόνο το παξιμάδι που όντως ήταν πεντανόστιμο.

Η φωτογραφική εργασία και στο παλιό εκκλησάκι είχε ολοκληρωθεί. Ήταν αργά το μεσημέρι, όταν ο ιδιότροπος προσκυνητής – φωτογράφος αποφάσισε πως έφτασε η ώρα του γυρισμού στην Αθήνα. Μάλιστα, θα ακολουθούσε άλλη διαδρομή, λίγο πιο μακρινή, για να θαυμάσει από κοντά και μια εκκλησιά με 17 τρούλους, όπως του είχαν πει οι καλόγεροι του Αγίου Γεωργίου.

Ξεκίνησε πάλι να οδηγεί. Περνώντας από τα διάφορα ορεινά χωριουδάκια, οι μυρωδιές των φρεσκοψημένων κρεατικών του προκαλούσαν όχι πείνα, όπως θα περίμενε, αλλά ένα μειδίαμα αυτοσαρκασμού, ίσως και απογοήτευσης, για την αξία που είχε δώσει πρωτύτερα σε αυτά.

Ευτυχώς, τέλειωσε τις φωτογραφικές του περιπέτειες πριν ξεκινήσει να ψιλοβρέχει. Βρισκόταν τώρα στον δρόμο του γυρισμού, με χίλιες σκέψεις να κατακλύζουν το μυαλό του. Θυμήθηκε τη γκρίνια του, την απροθυμία να νηστεύσει, την έτοιμη δικαιολογία του «οδοιπόρου» που είχε για να κάνει κατάλυση κρέατος. Με νοσταλγία ξανάζησε, έστω νοερά, την ζεστή φιλοξενία στον Άγιο Γεώργιο και – αν είναι δυνατόν! – χάρηκε με τη σκέψη πως από το πρωί ως τώρα το βράδυ, είχε φάει μονάχα ένα πιάτο αρακά και άγρια χόρτα.

Ένιωσε μια περίεργη γαλήνη και αισθάνθηκε πληρότητα μέσα του. Όχι στο στομάχι, που ακολουθεί πάντα τους δικούς του…ρυθμούς, αλλά στην ψυχή του. Μάλλον ήταν αυτό το «Ουκ επ’ άρτω μόνο ζήσεται άνθρωπος», που του είχε πει ο παπα – Γεννάδιος αποχαιρετώντας τον. Σοφές κουβέντες, από το στόμα του ίδιου του Χριστού…

Τόσο ευχαριστημένος ήταν, που αποφάσισε να κρατήσει τη νηστεία μέχρι το Πάσχα. Και τα κατάφερε με ευκολία! Περισσότερο δύσκολη υπόθεση ήταν η έκδοση του βιβλίου του, που όμως κι αυτή – συν Θεώ – πραγματοποιήθηκε.

Έτσι, ένα χρόνο μετά, τέτοιες ημέρες στην αρχή της νηστείας της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, θυμήθηκε αυτό το περιστατικό στο παλιό Μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου, στο Φενεό Κορινθίας. Κι αποφάσισε να γράψει δυο λόγια για το μεγάλο μάθημα που πήρε τότε…


Δημήτρης ΣωτηρόπουλοςΠηγή