Γράφει ο Βασίλης Δημ. Χασιώτης
Δεν γνωρίζω, (πώς άλλωστε θα ήταν δυνατό αυτό;), τι θα συζητήσουν… οι κεφαλές του έθνους μας στη Βουλή, στη προγραμματισμένη για αύριο, 22 του μηνός, προ ημερήσιας διάταξης συζήτηση για τη Δικαιοσύνη.

Έχοντας υπόψη μου την σχετική επιστολή του πρωθυπουργού που έστειλε στον Πρόεδρο της Βουλής, στις 9/3 με την οποία και ζήτησε και διεξαχθεί η παραπάνω συζήτηση, τεκμαίρω ότι αυτή αιτήθηκε προκειμένου να «κλείσουν» τα στόματα της αντιπολίτευσης και όχι μόνο, αναφορικά με «…αβάσιμες και προσχηματικές αιτιάσεις που αφορούν τους όρους άσκησης της κυβερνητικής πολιτικής στον τομέα της δικαιοσύνης…», όπως επί λέξει αναφέρεται στην επιστολή αυτή, ενώ, στην ίδια επιστολή, γίνεται ειδική μνεία στις γνωστές λίστες Μπόργιανς και Λαγκάρντ, όπως επίσης και «…των άνευ εγγυήσεων τραπεζικών δανείων αλλά και άλλων οικονομικών εγκλημάτων εις βάρος του ελληνικού δημοσίου που ενδεχόμενα αγγίζουν ακόμα και το παλιό πολιτικό σύστημα της χώρας». Το περιεχόμενο επομένως της ατζέντας, όπως καθορίζεται στη παραπάνω επιστολή, δεν μου αφήνει πολλά περιθώρια από το να σκεφτώ κάτι διαφορετικό, ότι, ευχόμενος πάντως να διαψευστώ, θα είμαστε πάλι θεατές στο ίδιο πολιτικό έργο, αυτό που επαναλαμβάνει ανούσιες πολιτικές αντιπαραθέσεις «υψηλού επιπέδου», οι οποίες πλέον, μετά από κοντά έξη χρόνια Μνημονίων, το μόνο που κατόρθωσαν είναι να επιβεβαιώσουν ακόμα και στους πιο δύσπιστους ότι το παρόν πολιτικό σύστημα δεν έχει πια τίποτα να μας πει, εξόν από λόγια, λόγια, λόγια, και ψέματα, ψέματα, ψέματα, και ότι την ίδια στιγμή, εξακολουθούν οι τύχες της Πατρίδας μας να βρίσκονται σε παλαιές μεν πολιτικές δυνάμεις αλλά νέες στην εξουσία, με παμπάλαιες όμως αντιλήψεις στο ζήτημα του «κυβερνάν».

Ευχόμενος, και πάλι, να διαψευστώ, πολύ φοβούμαι, ότι θα ακούσουμε μια παραλλαγή του παραμυθιού του ψεύτη βοσκού, εδώ των ψευτών βοσκών, που εδώ και γενιές, μας σερβίρουν τα ίδια ψέματα για το τέλος όλων των Αδικιών και την έλευση του Κράτους του Δικαίου, το οποίο όμως ποτέ δεν έρχεται : εδώ «Κράτος Δικαίου» σημαίνει «Κράτος Προστασίας της Υψηλής Διαπλοκής και της Μεγαλοαπάτης». Εδώ, «Κράτος Δικαίου» σημαίνει : «Όλα τα βάρη στη πλουτοκρατία των Δυτικών Προαστίων, όλα τα οφέλη τους προλετάριους των Βορείων Προαστίων».

Τις πολιτικές μεγαλοστομίες, είναι κάτι που συνήθως τις ακούμε κάθε στιγμή. Φυσικά, πάντα υπάρχουν οι εξαιρέσεις του κανόνα, αλλά εδώ δεν ασχολούμαστε με τις εξαιρέσεις, που άλλωστε, κατ΄ εξαίρεση προσδιορίζουν και το ήθος και ύφος του πολιτικού λόγου.

Απαραίτητο βεβαίως χαρακτηριστικό τούτων των μεγαλοστομιών, ο ηρωικός τους χαρακτήρας : Η «αγωνιστικότητα», ο «σωτήριος» χαρακτήρας, η «αυτοθυσία» του πολιτικού…

Μάλιστα, μιας και στην εποχή των Μνημονίων, η κάθε περίοδος είναι δυνάμει προεκλογική, και το μόνο βέβαιο είναι ότι τετραετία με Μνημόνια δεν βγαίνει, αυτό καθαυτό το γεγονός αυτό, υποθάλπει καθημερινώς τις ψηφοθηρικές «πληθωριστικές» πιέσεις πάνω στον πολιτικό λόγο, με αποτέλεσμα ο τελευταίος με μεγαλύτερη συχνότητα και με μεγαλύτερη ένταση να καταφεύγει στα αυτοδιαφημιζόμενα ηρωικά του χαρακτηριστικά.

Παρόλα αυτά, ως απλός πολίτης, θεωρώ ότι η αυριανή συζήτηση στη Βουλή, είναι ένα γεγονός που μου δίνει την ευκαιρία να τοποθετηθώ προκαταβολικά πάνω στο θέμα της Δικαιοσύνης (και θεμελιωδώς : του Δικαίου), όπως εγώ το βλέπω.

Όπως υπάρχουν στιγμές στη προσωπική στιγμή του καθενός που για κάποιο λόγο, πολλές φορές χωρίς να υπάρχει λογική εξήγηση, χαράζονται ανεξίτηλα στη μνήμη των ανθρώπων, το ίδιο συμβαίνει και στα κείμενα που κάποιος διαβάζει. Ένα από αυτά τα κείμενα, σε σχέση με τη Δικαιοσύνη, είναι και η δίκη των Κολοκοτρώνη και Πλαπούτα. Από το σχετικό ιστορικό, μου καρφώθηκε ένας διάλογος και μια εικόνα. Ο διάλογος είναι τούτος : «Εν ονόματι του βασιλέως σας προσκαλώ να υπογράψετε την απόφασιν!». «Εν ονόματι της δικαιοσύνης δεν την υπογράφω!». ((Δημ. Φωτιάδη : Κολοκοτρώνης, εκδ. Σ. Ι. Ζαχαρόπουλος, σελ. 488) Ο πρώτος που διατάσσει είναι ο Κωνσταντίνος Σχινάς, υπουργός δικαιοσύνης του Όθωνα. Ο δεύτερος που αρνείται να σκύψει στα τέσσερα, να υποκύψει, είναι ο Αναστάσιος Πολυζωΐδης, πρόεδρος του δικαστηρίου που δίκαζε τους δύο στρατηγούς. Ο Αγώνας μεταξύ του Δικαίου και της Δικαιοσύνης, και των κατεστημένων συμφερόντων και της Διαπλοκής, άρχισε σε τούτο το Κράτος με την πρώτη του ανάσα σαν βγήκε από τη μήτρα της Ελευθερίας, μετά αιώνες επώδυνης κυοφορίας.

Δυστυχώς, πολλοί λίγοι πολιτικοί διδάσκονται από την πολιτική ιστορία του τόπου. Και ακόμα λιγότεροι κάποιοι από τους «νέο-διαφωτιστές» που σχεδόν έχουν διαγράψει οτιδήποτε δεν αντλείται ως παράδειγμα από την Εσπερία της «Αναγέννησης», όπου και πρωτοανακαλύπτουν θαυμάσιες αρχές και αξίες για την Ανθρωπότητα, προφανώς παντελώς άγνωστες στην δική μας ελληνική πολιτισμική παράδοση.

Όμως, ποιος ήταν αυτός ο δικαστής που αυθαδίαζε σ’ ένα υπουργό – εκπρόσωπο ενός ελέω θεού βασιλέα, (και συνειρμικά σ’ ένα εκπρόσωπο του ίδιου του Θεού), στον υπουργό που πήγε εκεί ντυμένος στην χρυσή στολή του και με μερικούς παρατρεχάμενους γραφιάδες επίσης με τη επίσημη στολή τους, προκειμένου να «θαμπώσει» τους αντιδρώντες δικαστές;

«Θαυμάσιο κι αυτό! Να θέλουν να τιμώ έναν άνθρωπο ντυμένο με χρυσά σειρίτια, που τον ακολουθούν εφτά ως οκτώ λακέδες!» (Blaise Pascal : Σκέψεις, εκδ. Αναγνωστίδης, σελ. 107).

Ίσως κάποιος φανατικός (πολιτικός) οπαδός ή πολύ φίλος των κατηγορούμενων;

Ίσως ένας μεγαλωμένος άνθρωπος, κάπου ας πούμε κοντά στη σύνταξή του, που αφού πορεύτηκε καλά στη ζωή του, με τους μικρούς ή τους μεγάλους συμβιβασμούς, έβλεπε στην προκείμενη περίπτωση μια ευκαιρία να εξασφαλίσει μια ένδοξη ηρωική έξοδο και υστεροφημία;

Όμως, όχι!

Ίσχυαν εντελώς τα αντίθετα από τα παραπάνω.

Ο πρόεδρος του δικαστηρίου που εγκαλούσε κατ’ ουσίαν τον Σχινά στη δικαιοσύνη, ο Πολυζωίδης, δεν ήτανε παρά 32 ετών, και πριν την παραπάνω δίκη ήταν και δηλωμένος (πολιτικά) αντίπαλος του Κολοκοτρώνη. Το ίδιο ισχύει και για τον άλλο δικαστή που κι εκείνος έπραξε ακριβώς όπως ο Πολυζωϊδης, τον Γεώργιο Τερτσέτη. Μόλις 34 ετών κι αυτός. Ήταν νέοι άνθρωποι, σπουδαγμένοι και με τη ζωή μπροστά τους. Το επαγγελματικό τους μέλλον ήταν λαμπρό απλώς και μόνο με τον διορισμό τους (εκδήλωση εύνοιας και εμπιστοσύνης ενός απολυταρχικού καθεστώτος : τι μεγαλύτερο «δώρο»!) στη δίκη εκείνων που ενσάρκωναν το ίδιο το ‘21. Αν υπέκυπταν στις αξιώσεις των Βαυαρών, δεν θα ήταν απλά λαμπρό το μέλλον τους, θα ήταν ένα γεμάτο πάθος φιλί από την ίδια την εύνοια και την ίδια την τύχη. Τα ανταλλάγματα θα ήταν άμεσα και πάρα πολύ μεγάλα. Κι όμως, εκείνοι οι νεαροί δικαστές, τολμούσαν να ορθώσουν το ανάστημά τους και να εγκαλέσουν όχι τον υπουργό δικαιοσύνης ενός πανίσχυρου όσο και αυταρχικού καθεστώτος, που δεν παρείχε καμία εγγύηση σε όποιον τολμούσε απλά να το στραβοκοιτάξει, πόσο μάλλον να ενεργήσει εναντίον του, μα να εγκαλέσουν το ίδιο το («ελέω θεού») αυταρχικό καθεστώς στη τάξη, και να ορθώσουν τούτο το λόγο : ότι δηλαδή δεν αναγνώριζαν την βασιλική εξουσία παρά μόνο τις επιταγές της δικαιοσύνης.

Τα μαθήματα υποτέλειας δεν τα δέχτηκαν, τη στιγμή που άλλοι, προκειμένου να αποκτήσουν την απλή έστω συμπάθεια της (όποιας) εξουσίας, συνωθούνται -και ιστορικά μιλώντας : συνωθούνται ως τα σήμερα- έξω από την πόρτα της προκειμένου αυτοβούλως να δηλώσουν τα «ευπειθή σεβάσματά» τους!

Όπως είπα, υπάρχει και μια εικόνα από εκείνη τη δίκη που έχει χαραχτεί ανεξίτηλα στη μνήμη μου.

Στα δικαστήρια, και θα πρόσθετα, ΚΑΙ ΣΤΗ ΒΟΥΛΗ, θα πρέπει ακριβώς απέναντι από τις έδρες των δικαστών και των βουλευτών να αναρτηθεί μια φωτογραφία, για να την βλέπουν συνεχώς όταν δικάζουν οι δικαστές και νομοθετούν οι βουλευτές.

Την φωτογραφία του δικαστηρίου που δίκασε τον Κολοκοτρώνη και τον Πλαπούτα, και ιδιαίτερα εκείνη τη στιγμή, όπου στην έδρα βρίσκονται όλοι οι δικαστές, με τον Πολυζωίδη και τον Τερτσέτη στη μέση με σχισμένα ρούχα -αφού πράγματι οι χωροφύλακες τους πήγαν σηκωτούς μέσα στην αίθουσα και ύστερα από πάλη-, και με τους χωροφύλακες από πίσω τους να έχουν στραμμένα τα όπλα τους με τις γυμνές τους ξιφολόγχες πάνω από τα κεφάλια των δύο εκείνων ατίθασων δικαστών. Των δικαστών που δεν έφεραν βεβαίως τα «προσόντα» των «χαμηλών τόνων» και ενός αντίστοιχου «προφίλ»! Όταν Διοικήσεις ανάγουν τον «χαμηλό τόνο» και το «χαμηλό προφίλ» σε «προσόν» εκ των ων ουκ άνευ, αυτές οι Διοικήσεις που επιζητούν τη σιωπή των στελεχών και τον υπναλέο ψίθυρο, βρίσκονται εντελώς έξω από τις δικές μου απόψεις περί του τόπου άσκησης της διοίκησης, την οποία την θεωρώ ως μια δυναμική και πλήρη ζωής διαδικασία, μια ανταλλαγή ιδεών και γνωμών που όσο περισσότερο τείνει να λάβει τη μορφή του «καταιγισμού», τόσο ενισχύεται η προοπτική για κάτι το θετικό. Όπως το θέτει ο Νίκος Καζαντζάκης, «Δε συγιάζω, δε μετρώ, δε βολεύουμαι! Ακολουθώ το βαθύ χτυποκάρδι.» (Ασκητική, εκδ. Ελένη Καζαντζάκη, σελ. 19) Και ευτυχώς για μένα, η διεθνής εμπειρία και η έγκυρη επιστημονική βιβλιογραφία, φαίνεται να υποστηρίζουν επαρκώς τις δικές μου θέσεις.

Τούτο το παράδειγμα αγωνιστικότητας για το Δίκαιο και τη Δικαιοσύνη, και τούτη η εικόνα της άρνησης, ακόμα και με την απειλή της ξιφολόγχης να θέσουν την υπογραφή τους σε κάτι που θεωρούσαν ΜΗ ΝΟΜΙΜΟ, ιδού τι έχω μπροστά μου ως δεδομένα όταν αύριο πρόκειται να ακούσω να ομιλούν για «δικαιοσύνη» και «δίκαιο», τουλάχιστον εκείνοι που έχοντας αναγνωρίσει ως νομικά, δικαιακά, συνταγματικά, διάτρητες και εγκληματικές τις μνημονιακές πολιτικές, να μου μιλούν για «Δίκαιο» και «Δικαιοσύνη», αφού προηγούμενα, έθεσαν τις υπογραφές τους σε κείμενα πολιτικής που σκοτώνουν και το Δίκαιο και τη Δικαιοσύνη.

Υπάρχουν υπογραφές και υπογραφές! Άλλοι πεθαίνουν για μια υπογραφή, άλλοι, με τον ευκολότερο ή τον δυσκολότερο τρόπο, την «προσφέρουν» όταν δεν την πουλάνε (άλλοτε πολιτικά, άλλοτε κυριολεκτικά : η παγκόσμια και ελληνική ιστορία, ασφαλώς είναι σε θέση να προσφέρουν σχετικά παραδείγματα), με προφανή σκοπό, προφανή όσο και αν καταδικάζουν αυτή τη προφάνεια, να διατηρήσουν τη θέση τους στην εξουσία. Φυσικά, όλα γίνονται χάρη του «εθνικού συμφέροντος», χάρη του «υπέρτερου συμφέροντος»!

Δύστυχο «εθνικό συμφέρον»! Πόσοι Πραιτωριανοί έχουν αναλάβει την ασφάλειά σου! Ίσως αν δεν σε «φύλαγε» κανείς από δαύτους, να ήσουν ασφαλέστερο!

Ιδού λοιπόν ένα ερώτημα που συνεχώς θα τριβελίζει το μυαλό μου και συνεχώς θα εγείρει το ερώτημα και την αξίωση για απάντηση, που θα απευθύνεται σε όλους εκείνους που προφανώς τους αφορά :

«Πού γράφετε το Σύνταγμα και τις τελεσίδικες αποφάσεις Ανωτάτων Δικαστηρίων αν όχι στα παλιότερα των υποδημάτων σας; Για ποια Δικαιοσύνη μιλάτε, για ποιο Δίκαιο, όταν οι υπογραφές σας έχουν επιβάλλει το Κράτος της Σκληρότητας ΣΥΝ της Αναλγησίας ΣΥΝ της Αδικίας και ΣΥΝ της Παρανομίας με την κουρελοποίηση του Συντάγματος και όχι μόνο;»

Τα Μνημόνια σας, λένε στο λαό :

«Εν ονόματι του εθνικού συμφέροντος, είστε υποχρεωμένοι να δεχτείτε τη Σκληρότητα ΣΥΝ την Αναλγησία ΣΥΝ την Αδικία ΣΥΝ την Παρανομία».

Ο λαός λοιπόν σας στέλνει την απάντησή του :

«Εν ονόματι του εθνικού συμφέροντος, αποδεχόμαστε ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ : τη ΔΙΚΑΙΗ και μοναδική ΝΟΜΙΜΗ αναλογία του καθενός στα συνολικά δημόσια βάρη και το νόμιμο χρέος. Πέραν τούτου, ΟΥΔΕΝ1».

Εδώ φτάσαμε στο σημείο, περίπου μας κάνουν και χάρη όταν παρανομούν μερικά και όχι εντελώς. Π.χ., όταν έχουν ληστέψει τις συντάξεις σε ποσοστό «μονάχα» 50% ή 60% και όχι περισσότερο, και όταν υπόσχονται ότι θα τις ληστέψουν «λίγο» ακόμα, αλλά, κάτι θα μείνει στο τέλος!

Ένα μόνο καθήκον έχουν οι πάντες, των θεσμών μη εξαιρουμένων, όταν το Σύνταγμα καταργείται : Η εφαρμογή του ακροτελεύτιου άρθρου του Συντάγματος : «H τήρηση του Συντάγματος επαφίεται στον πατριωτισμό των Eλλήνων, που δικαιούνται και υποχρεούνται να αντιστέκονται με κάθε μέσο εναντίον οποιουδήποτε επιχειρεί να το καταλύσει με τη βία.» Η λέξη – κλειδί εδώ ποια είναι; Μήπως το «δικαιούται»; Όχι! Η λέξη αυτή πλεονάζει! Διότι η λέξη «υποχρεούται» την καταργεί. Η αντίσταση στη βίαιη κατάλυση του Συντάγματος δεν αποτελεί δικαίωμα, αποτελεί ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ κατά το Σύνταγμα! Και η βίαιη κατάλυση συντελείται εδώ και έξη χρόνια, κατά τρόπο επαναλαμβανόμενο.

Πάνω σ΄ αυτά τα σημαντικά, τι άραγε τοποθετήσεις θα κάνουν οι κεφαλές του έθνους μας στην αυριανή συζήτηση στη Βουλή; Ή θα θεωρηθούν ως «εκτός θέματος» αυτές τοποθετήσεις;

Και μη ξεχάσετε στη Βουλή να μας πείτε, όσοι είστε υπέρ των Μνημονίων και όσοι είστε εναντίον αλλά τα υπογράφετε, -οι πρώτοι αξίζουν πάντως τον πολιτικό σεβασμό μας για τη συνέπειά τους- γιατί η κάθε λέξη του Μνημονίου είναι μια σφαίρα εναντίον της συνταγματικής και διεθνούς έννομης τάξης που όμως είναι ενσωματωμένη στο εθνικό μας δικαιακό σύατημα, και επομένως, μια σφαίρα εναντίον του λαού του οποίου τις τύχες ρυθμίζει, και σεις δέχεστε, -εν ονόματι προφανώς του υπέρτερου εθνικού συμφέροντος όπως εσείς το προπαγανδίζετε- να αποτελείτε το δάκτυλο που τραβά τη σκανδάλη του όπλου.

Και μη ξεχάσετε στη Βουλή αν μας πείτε, εν ονόματι ποίου υπέρτερου εθνικού συμφέροντος έξη τώρα χρόνια, οι μνημονιακές κυβερνήσεις, δεν έχασαν ούτε ένα λεπτό, ούτε μια μέρα, προκειμένου να εφαρμόσουν ό,τι αφορούσε την επίθεση στα εισοδήματα και τις περιουσίες των Συνήθων υποζυγίων αυτού του τόπου, όπως και στις αποταμιεύσεις τους, (με αποκορύφωμα σε ό,τι αφορά αυτές τις τελευταίες, την επίθεση στα αποθεματικά – αποταμιεύσεις των Ασφαλιστικών Ταμείων -ποιος είπε, ω υπέροχα πνεύματα, ότι δεν κουρεύτηκαν καταθέσεις; οι εισφορές μιας ζωής των εργαζόμενων στα Ασφαλιστικά τους Ταμεία τι είναι;), αλλά, δεν βρήκαν, δεν πρόκαναν ΣΤΑ ΣΟΒΑΡΑ να ασχοληθούν και εισπράξουν ένα ποσό που να μη συνιστά κοροϊδία από τον πακτωλό του μαύρου χρήματος, της μεγαλοφοροδιαφυγής και της μεγαλοεισφοροδιαφυγής, που αθροιστικά ανέρχονται όχι σε λίγα δισεκατομμύρια, ούτε καν σε μερικές δεκάδες, μα σε μερικές εκατοντάδες; Αν μονάχα ένα 2-3% της συνολικής μεγαλοφοροδιαφυγής, μεγαλοεισφοροδιαφυγής και μεγαλοδιαπλοκής εισπράττονταν κάθε χρόνο, ώστε να μπορούμε να πούμε ότι σε 30-50 χρόνια σήμερα θα εισπραχθεί ένα αξιοσέβαστο μέρος αυτών των χρημάτων, τότε, ΚΑΝΕΝΑ μέτρο σε βάρος των μισθών και των συντάξεων δεν θα χρειαζόταν να ληφθεί, ενώ παράλληλα θα μπορούσε ο ΕΝΦΙΑ να καταργηθεί, όπως και άλλοι αντισυνταγματικοί φόροι.

Αν μέσα σ’ αυτά τα έξη χρόνια, ασχολούσασταν με τον ίδιο επαγγελματισμό και την ίδια θέρμη να σώσετε τη «Πατρίδα», κυνηγώντας τους καρχαρίες και τα μεγάλα ψάρια, με τον επαγγελματισμό και τη θέρμη με την οποία ασχοληθήκατε να σκοτώσετε τη μεσαία τάξη, τότε, ναι, τα Μνημόνια θα είχαν τελειώσει!

Πού πήγαν τα μαύρα χρήματα από ένα κάρο λαθρεμπόρια (από καύσιμα ίσαμε τσιγάρα), από ένα κάρο δημόσια έργα και προμήθειες που Κύριος οίδεν τι κορέοι υπάρχουν εκεί μέσα, από ένα κάρο «κυκλώματα» που έχουν άλλες δοσοληψίες με το Δημόσιο (από φάρμακα έως δεν ξέρω κι εγώ πού), πού πάει αυτό το με θαυμαστή επιμονή επαναλαμβανόμενο ποσοστό της τάξης του 25-30% του ΑΕΠ κάθε χρόνο, και κυρίως, ΤΙ ΕΙΣΠΡΑΧΘΗΚΑΝ, ΚΑΙ ΜΑΛΙΣΤΑ ΑΝΑΔΡΟΜΙΚΑ ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ ΣΕ ΒΑΘΟΣ ΔΕΚΑΕΤΙΑΣ ΑΝ ΟΧΙ ΚΑΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ;

Όμως, ασφαλώς και το γνωρίζατε από την αρχή, ασφαλώς και το είχατε αντιληφθεί στη πορεία αν δεν το γνωρίζατε από την αρχή, και κρίμα για τη νοημοσύνη όσων δεν το αντιλήφθηκαν ακόμα και μετά από πέντε ή έξη χρόνια, τα Μνημόνια, αυτά τα κείμενα που γράφονται από ξένα χέρια απλά για να ψηφιστούν τυπικά και εκτελεστούν από ελληνικά χέρια, ΔΕΝ στοχεύουν καθόλου τα (ντόπια) μεγάλα ψάρια, (επί του παρόντος, έως ότου κι αυτά «φαγωθούν» από ακόμα μεγαλύτερα ωκεάνιους γίγαντες), αντίθετα, έχουν ως αποκλειστικό στόχο τους εργαζόμενους (μισθωτούς και μικρομεσαίους επιχειρηματίες) και τους συνταξιούχους. Καταβροχθίζοντας αυτούς, εξασφαλίζεται θαυμάσια η διατήρηση του καθοδικού σπιράλ θανάτου της ελληνικής κοινωνίας, την εξαθλίωσης και φτωχοποίησης, ώστε να απαξιωθούν πλήρως τόσο οι ιδιωτικοί όσο και οι κρατικοί / εθνικοί περιουσιακοί πόροι, που θα «σκουπιστούν» τελείως, όταν, όπως πάμε, μετά βεβαιότητας κάποια στιγμή θα ακούσουμε έναν ισχυρό γδούπο, που θα σημάνει ότι «πιάσαμε ΤΟΝ ΤΕΛΙΚΟ ΠΑΤΟ», και θα ακουστεί : «Κυρίες και κύριοι, φτάσαμε στο τέλος της διαδρομής της συντεταγμένης πτώχευσης. Η πτώχευση επιτεύχθηκε με υποδειγματικό τρόπο. Σας ευχαριστούμε για τη συνεργασία σας, και παρακαλούμε να κατέβετε από το τρένο και βρείτε που θα σταθείτε, διότι πλέον κάθε τετραγωνικό μέτρο αυτής της χώρας, αποτελεί ιδιωτική περιουσία, στην οποία απαγορεύεται να παραμένετε. Και μη ξεχάσετε, να μας ξαναπροτιμήσετε, όταν θα χρειαστείτε στο μέλλον μια εξίσου εθνικά ωφέλιμη συντεταγμένη χρεωκοπία».

Τούτο το «Κράτος Δικαίου», τι σόι «δίκαιο» δέχεται και εφαρμόζει; Ρητορικό ασφαλώς το ερώτημα, και δεν αναμένω απάντηση!

Όλα αυτά, κυρίες και κύριοι, μη ξεχάσετε να τα εντάξετε στις οπωσδήποτε περισπούδαστες αναφορές που είμαι βέβαιος ότι θα προβείτε -κι εμείς θα ακούσουμε- για τη Δικαιοσύνη, μη ξεχάσετε, προς Θεού!, να τα εντάξετε στο νέο Δικαιακό μας πλέον -πολύ περισσότερο και από νομικό ή δικαστικό- πολιτισμό που τα Μνημόνια επέβαλαν και ισχύουν ως καθεστώς.

Τι σας υποχρέωσε να ανταλλάξετε χειραψία συμφωνίας με την Εγκληματική Αθλιότητα που επιβάλλει μέσω των Μνημονίων την εξόντωση ενός λαού, μια κανονική γενοκτονία με καθαρά ρατσιστικά κριτήρια (όπως π.χ. το «κριτήριο» της οικονομικής, κοινωνικής και ενίοτε φυσικής εξαφάνισης ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΩΝ κοινωνικοοικονομικών τάξεων), εφάμιλλα των πιο «επιφανών» (για την έλλειψη τήρησης προφάσεων) ολοκληρωτικών καθεστώτων;

Ο χρόνος ασφαλώς θα λύσει το μυστήριο αυτό, τουλάχιστον για όσους δεν το έλυσαν ήδη!

Γιατί αρνηθήκατε να ακολουθήσετε αυτό που παγίως στην Ιστορία ακολουθούν όσες ηγεσίες αρνούνται, όχι να ανταλλάξουν χειραψία με την Εγκληματική Αθλιότητα, μα και να συζητήσουν ακόμα μαζί της, δηλαδή, τον δρόμο της παραίτησης και της συνέχισης του Αγώνα από άλλα μετερίζια; Ελάτε τώρα! Μη μου ξαναβάλετε τη κασέτα με το «υπέρτερο συμφέρον»! Αδικεί ακόμα και τη νοημοσύνη ενός βρέφους! Και ευκαιρίας δοθείσης, να επαναλάβω για πολλοστή φορά, μια πάγια θέση μου : Τι θα συνέβαινε αν το 2010 αν οι δανειστές δεν έβρισκαν ΚΑΜΙΑ πολιτική δύναμη στη χώρα, εξ εκείνων που μπορούν να μετάσχουν σε κυβερνητικά σχήματα, να συνεργαστεί μαζί τους; Τι θα συνέβαινε αν το 2012 την Άνοιξη, όταν ψηφίζονταν το PSI, αν οι δανειστές δεν έβρισκαν ΚΑΜΙΑ πολιτική δύναμη στη χώρα, εξ εκείνων που μπορούν να μετάσχουν σε κυβερνητικά σχήματα, να συνεργαστεί μαζί τους; Τι θα συνέβαινε αν το 2012, στις βουλευτικές εκλογές, αν οι δανειστές δεν έβρισκαν ΚΑΜΙΑ πολιτική δύναμη στη χώρα, εξ εκείνων που μπορούν να μετάσχουν σε κυβερνητικά σχήματα, να συνεργαστεί μαζί τους; Τι θα συνέβαινε αν το 2015, στις βουλευτικές εκλογές, αν οι δανειστές δεν έβρισκαν ΚΑΜΙΑ πολιτική δύναμη στη χώρα, εξ εκείνων που μπορούν να μετάσχουν σε κυβερνητικά σχήματα, να συνεργαστεί μαζί τους;

Ο χρόνος ασφαλώς θα λύσει και το μυστήριο αυτό, τουλάχιστον για όσους δεν το έλυσαν ήδη!

Και για να εμπλουτίσω το σενάριο.

Τι θα συνέβαινε αν σ’ όλες τις παραπάνω περιπτώσεις, οι πολιτικές δυνάμεις του τόπου, ΩΣ ΜΙΑ ΓΡΟΘΙΑ, ταυτόχρονα, κατήγγελλαν τις αξιώσεις των δανειστών με βάση το ευρωπαϊκό και διεθνές δικαιικό και νομικό κεκτημένο, ως παράνομες;

Γιατί τίποτα από τα παραπάνω δεν συνέβη;

Ποιος δεν βλέπει ότι οι δανειστές μόνο ως δανειστές δεν συμπεριφέρονται, αλλά ως Κατοχική Δύναμη, η οποία μάλιστα επιχειρεί να μεταβάλει αν όχι καταλύσει το ίδιο το Πολίτευμα μέσω της επιβολής τέτοιων πολιτικών που αλλοιώνουν θεμελιώδη συνταγματικώς προσδιορισμένα χαρακτηριστικά του πολιτεύματος ιδίως εκείνα που καθορίζουν τις κοινωνικές πρόνοιες αλλά και θεμελιώδη ατομικά και όχι μόνο δικαιώματα, πολιτικά, κοινωνικά και οικονομικά;

Ακριβώς δε από αυτή την πραγματικότητα προκύπτει ο εγκληματικός χαρακτήρας των Μνημονιακών πολιτικών. Την ίδια δε στιγμή ο απύθμενος αμοραλισμός επιφανών εκπροσώπων των πολιτικών αυτών, ότι τάχατες οι δανειστές απλά μας λένε πόσα οφείλουμε τη κάθε φορά να τους πληρώνουμε και όχι από πού θα τα εξοικονομήσει η ελληνική κυβέρνηση διότι δήθεν αυτό είναι δική της κυρίαρχη αρμοδιότητα, φυσικά, επειδή συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο, σημαίνει ότι μας θεωρούν και ζώα, που δεν κατανοούν τι ακριβώς συμβαίνει. Η τέτοια τους συμπεριφορά δικαίως λοιπόν τους προσδίδει και τον χαρακτήρα της αλητείας εξόν της εγκληματικής οργάνωσης για τους λόγους που εξήγησα.

Υπ’ αυτές τις συνθήκες, το Δίκαιο και η Δικαιοσύνη βρίσκονται υπό ουσιαστικό διωγμό.

Το Δίκαιο των Κυρίων, των Λίγων, δεν είναι δυνατό να επιβληθεί παρά μονάχα μέσω της Αδικίας για τους Πολλούς.

Διότι, πώς μπορείς να συνταιριάξεις τη Λεηλασία των Πολλών με το Δίκαιο;

Στη -οποιαδήποτε- Πολιτεία της Αθλιότητας, το Γενικότερο Συμφέρον ταυτίζεται απόλυτα με το Συμφέρον των Κυρίων.

Η Τάξη των Κυρίων στη Πολιτεία της Αθλιότητας συγκροτείται :

Από την Ανώτερη Τάξη της Αυλής του Αθλιότητας, στην οποία ανήκουν οι εκλεκτοί ολιγάρχες.

Από τη Μεσαία Τάξη της Αυλής του Θηρίου, στην οποία ανήκει το πολιτικό προσωπικό το οποίο διεκπεραιώνει τις εντολές της Αθλιότητας και της Ανώτερης Τάξης της, στο καθημερινό διαχειριστικό πολιτικό επίπεδο, και φέρει τον τίτλο της «κυβέρνησης».

Από τη Κατώτερη Τάξη, στην οποία εκείνο το προσωπικό των λοιπών θεσμών της κυριαρχούμενης από την Αθλιότητα «δημοκρατίας».

Η Αθλιότητα διαμηνύει, και μαζί μ’ αυτό οι ιερείς της Εκκλησίας της, από τους άμβωνες, εξόν απ’ τα παραπάνω, ότι εκείνη η φοβερή προφητεία των Αναρχικών που παλεύουν ενάντια στις Αρχές της, εξ ου και η ιδιότητά τους ως «Αναρχικών», ότι τάχατες

«αὐτὲς οἱ καρδιὲς δὲ βολεύονται παρὰ μόνο στὸ δίκιο» (Γιάννης Ρίτσος : Ρωμιοσύνη),

θ’ αποδειχτεί ότι υπάρχει τρόπος να καταπιούν μια χαρά και την αδικία, και να μάθουν να ζουν μ’ αυτή «φυσιολογικά», και το ίδιο «φυσιολογικά» να την επιλέγουν κι όλας ως κυβερνήτη, και ότι εκείνο που λέει άλλος Αναρχικός κατακεραυνώνοντας τη Νέα Τάξη Πραγμάτων της Αθλιότητας, ότι

«…κρυφά θα μετρήσουν την ανθρώπινη πραμάτεια τους οι Κυβερνήτες,… όπου θα χορτασθούνε ο Χωροφύλακας και ο Στρατοδίκης. Αφήνοντας το χρυσάφι στους αφανείς, να εισπράξουν αυτοί τον μιστό της ύβρης και του μαρτυρίου./ Και μεγάλα πλοία θ’ ανεβάσουν σημαίες, εμβατήρια θα πάρουν τους δρόμους,/ οι εξώστες να ράνουν με άνθη τον Νικητή. Που θα ζει στην οσμή των πτωμάτων.» (Οδυσσέας Ελύτης : Το Άξιον Εστί)

λέω, εγώ η Αθλιότητα :

«Ναι, η οσμή των πτωμάτων σημαίνει ότι όλα πάνε καλά στο Βασίλειό μου, την ίδια στιγμή που αυτό λέει ότι όλα πάνε κατά διαβόλου στο Βασίλειο του Ανθρώπου».

Κι ιδού τι βλέπω εγώ, η Αθλιότητα, στον αιώνα μου (παραλλαγή από το Άξιον Εστί του Οδυσσέα Ελύτη) :

-Βλέπω τους Στρατοδίκες να καίνε σαν κεριά του υπηκόους του Βασιλείου μου, στο μεγάλο τραπέζι της Σταύρωσης των Αδυνάτων, ακολουθώντας τους προαιώνιους Νόμους της Φύσης.

-Βλέπω τους Χωροφυλάκους να προσφέρουν το αίμα τους, θυσία στην καθαρότητα των αξιών μου.

-Βλέπω τη διαρκή επανάσταση των λωτών και της παπαρούνας.

-Βλέπω τις κανονιοφόρους των Σειρήνων

Βλέπω ακόμα, νάρχονται φορές να κάθονται στο εδώλιο του κατηγορούμενου πολλοί από κείνους που θάπρεπε να κατέχουν τη πιο ψηλή θέση στην έδρα του Δικαστηρίου, και βλέπω το Θηρίο στη θέση του Δικαστή.

Σε μια χώρα, στην οποία η ατιμωρησία των Μεγάλων Αδικιών, τείνει να καταστεί θεσμική, σε μια χώρα, στην οποία η διάσταση Ηθικής και το Δίκαιου έχει καταστεί κι αυτή θεσμική, σε μια χώρα, στην οποία διαχρονικά οι πολιτικές εξουσίες φανερά ή λιγότερο φανερά εμπλέκονται στη θεσμοποίηση τέτοιων καταστάσεων, σ’ αυτή τη χώρα, το Κράτος της Αθλιότητας αποτελεί ένα υπαρκτό πλέον Καθεστώς.

Ξέρετε, (απευθύνομαι στις κεφαλές του έθνους), ο λαός, η κοινωνία, ανεξάρτητα από τις εκλογικές της επιλογές, στα καφενεία και στα σπίτια, συζητά όλα αυτά τα θέματα, και οι απαντήσεις που δίνει, ταυτίζονται στη συντριπτική τους πλειοψηφία, ΜΕ ΤΟ ΣΥΝΟΛΟ των τοποθετήσεων απέναντι στα Μνημόνια που έκαναν εκείνες οι πολιτικές δυνάμεις ΠΡΙΝ ανέλθουν στην εξουσία ως κυβερνήσεις, δηλαδή, τις τοποθετήσεις τους όταν ήταν αντιπολίτευση. Τις μετέπειτα κυβιστήσεις τους, τις έκαναν μόνες τους : η συντριπτική πλειοψηφία του λαού δεν τις ακολούθησε, όπως προκύπτει από τις ad hoc δημοσκοπήσεις αναφορικά με τη θέση του απέναντι στο πόσο «σωτήριο» ή όχι είναι περιεχόμενο των Μνημονίων.

Και πάντα, σαν βλέπω τις κεφαλές του έθνους, πάνω από μισό αιώνα, δεν παύω να ψιθυρίζω τον Σεφέρη :

«Αλλά οι κεφαλές, για όνομα του Θεού, οι κεφαλές. τους συλλογίζεσαι κι έχεις όρεξη για κλάματα. Τώρα έγινε ό,τι έγινε και τίποτε δεν μπορεί ν’ αλλάξει όσο να λευτερωθεί ο τόπος. Η μόνη παρηγοριά είναι ότι, σαν φτάσουμε στο τέλος της μεγάλης περιπέτειας, όλοι ετούτοι θα έχουν σαρωθεί από εκείνους που ζούνε το σημερινό δράμα της σκλαβιάς. Εκείνους που, καθώς φαντάζομαι, θα είναι σε θέση να μιλήσουν τη λαλιά της Ελλάδας.» (Γιώργος Σεφέρης – εις : Χάγκεν Φλάϊσερ : Στέμμα και Σβάστικα, Η Ελλάδα της Κατοχής και της Αντίστασης, 1941-1944, εκδ. ΤΟ ΒΗΜΑ, Αθήνα, 2009, Τόμος Α΄, σελ. 190).

Και τούτος ο ψίθυρος, φαίνεται ότι θα με ακολουθήσει ίσαμε τη τελευταία κατοικία μου.