Γράφει ο Βασίλης Δημ. Χασιώτης
Δεν ξέρω πόσο συχνά και σε ποια έκταση ακούγεται, αλλά είναι κάτι που το άκουσα και γνωρίζω ότι το άκουσαν και άλλοι…
γονείς να λένε μπροστά στα παιδιά τους (και αναφέρομαι κυρίως σε παιδιά τουλάχιστον από την ηλικία του Δημοτικού σχολείου ίσαμε την εφηβεία) ότι «δεν πρόκειται να πάρουν ποτέ σύνταξη», ότι «δεν έχουν μέλλον» και άλλα παρόμοια.

Αφού αφήσω κατά μέρος την απορία, από πού αντλούν αυτό το προφητικό χάρισμα, για το τι θα γίνει μετά 10, 20, 30 ή και 50 χρόνια (!!!), έρχομαι στο πολύ πιο σοβαρό ζήτημα, αυτό του τι μήνυμα περνούν στα παιδιά τους, τι είδους πράγματα τα διδάσκουν, τι αξίες ζωής περιέχουν τούτα τα μηνύματα. Τούτο ακριβώς το ζήτημα, είναι το πολύ σοβαρό και κρίσιμο στην όλη μας ιστορία, μιας και το άλλο ζήτημα, η προφανής δηλαδή υποταγή του «δασκάλου» – γονέα σε μια πραγματικότητα που όντως του κλέβει το παρόν και το δικό του μέλλον, δεν θα μας απασχολήσει.

Μπαίνοντας κατευθείαν στο θέμα, δεν ξέρω πόσο «μη ρεαλιστής» μπορεί να θεωρηθώ, αν ισχυριστώ ότι όχι μονάχα πρέπει να εμφυσήσουμε στα παιδιά μας ότι υπάρχει μέλλον, ότι στο χέρι τους είναι το μέλλον να είναι πολύ καλύτερο από το δικό μας, μα, και ότι υποχρεούνται να το διεκδικήσουν.

Ότι κανείς δεν πρόκειται να τους δωρίσει το αύριο, και ο μόνος τρόπος για να μη «ξεμείνουν» από μέλλον είναι να αγωνιστούν για να το κατακτήσουν.

Εδώ, δεν μιλά ο γονέας : μιλά η Ιστορία.

Αν ο γονέας μπορεί να μη ληφθεί υπόψη, η Ιστορία, είναι συναρπαστική στο επίπεδο των διδαγμάτων της και ασφαλώς διδακτική, με την προϋπόθεση ότι δεν θα διαβάσουμε μονάχα τις σελίδες της που συμφέρουν το επιχείρημά μας, μα κι εκείνες που στέλνουν άλλα μηνύματα. Χιλιάδες χρόνια Ιστορίας δείχνουν τι, πώς, γιατί και από ποιους συνέβηκαν όσα συνέβηκαν στην Ιστορία, γιατί πέτυχαν και γιατί απέτυχαν αγώνες και αγώνες του Ανθρώπου να πετύχει να κατακτήσει μια Ζωή με Αξιοπρέπεια, να πετύχει να οργανώσει πολιτείες και κοινωνίες που να στηρίζουν αυτή την Αξιοπρέπεια, εκεί όπου αυτό το πέτυχε, και γιατί απέτυχε στο στόχο του αυτό εκεί που απέτυχε.

Και το Ιστορικό Δίδαγμα της Θέλησης και του Αγώνα του Ανθρώπου να αντιπαλέψει τις Δυνάμεις εκείνες που αντιμάχονται τον Στόχο του να ζει με Αξιοπρέπεια, Δικαιοσύνη και Ελευθερία, δείχνει ότι αυτός ο Αγώνας δεν έχει τέλος, διότι δεν έχει τέλος και ο αντίθετος Αγώνας της Αθλιότητας αυτό να μη συμβεί.

Η οικογένεια μπορεί και πρέπει να αποτελεί το ανάχωμα εναντίον των μαθημάτων Υποτέλειας, όπου κι αν δίνονται αυτά, από όποιο μέσο κι αν μεταδίδονται.

Ανάχωμα στα κύματα και στα τσουνάμια που η Αθλιότητα εξαπολύει ενάντια στις τρυφερές και εύπιστες ψυχές των παιδιών και των νεαρών γενικότερα.

Η οικογένεια μπορεί και  πρέπει να εφοδιάσει τα παιδιά της, πάνω από όλα, με υψηλούς και φιλόδοξους στόχους για τη ζωή τους, τη κοινωνία, το λαό και τη πατρίδα τους.

Τα παιδιά πρέπει να θέτουν υψηλούς στόχους, ώστε να υπάρχει πιθανότητα να πετύχουν όσο το δυνατό περισσότερα στη ζωή τους. Θέτοντας ως στόχο το «10», μπορείς να πετύχεις το «8» ή το «6», αλλά, θέτοντας ως στόχο το «6» ως «οροφή», μάλλον δεν θα θεωρήσεις άσχημο το «4». Ο «ρεαλισμός» των στόχων, οριοθετείται πέραν των άλλων και από τα όρια του οράματος, της θέλησης και της προσπάθειας.

Ό,τι η πλέον επιτυχημένη και ταυτόχρονα δημοκρατική χώρα του κόσμου μπορεί να πετύχει, η οικογένεια, μπορεί και πρέπει να «διδάξει» στα παιδιά της, ότι μπορούν και αυτά να πετύχουν τέτοια αποτελέσματα.

Κι όταν κάποιοι λένε :  είμαστε μικρή χώρα, να απαντάτε ότι στις παραπάνω επιτυχημένες και ταυτόχρονα δημοκρατικές χώρες, υπάρχουν και μικρότερες από τη δική μας.

Κι όταν κάποιοι λένε :  είναι πλουσιότερες από εμάς, να απαντάτε, ότι  στις παραπάνω επιτυχημένες και ταυτόχρονα δημοκρατικές χώρες, υπάρχουν και φτωχότερες από τη δική μας, σε φυσικούς πόρους ή και άλλα εθνικά «περιουσιακά»  στοιχεία (π.χ., το κλίμα μας, που μετατρέπεται σε «οικονομικό αγαθό»).

Κι όταν κάποιοι λένε, επιμένοντας να πείσουν γιατί δεν πρέπει να συγκρινόμαστε με τις καλύτερες επιδόσεις, μα με τις χειρότερες, (κι όταν αυτό δεν συμβαίνει από κακομοιριά, τότε είναι βέβαιο ότι συμβαίνει εσκεμμένα, διότι υπάρχουν μεγάλα συμφέροντα που δεν ευνοούνται από μια ευημερία που διαχέεται σ’  ολόκληρο το λαό σύμφωνα με τα πιο υψηλά διεθνώς πρότυπα διαβίωσης), να απαντάτε, ότι όποιοι  «φιλοδοξούν» να «συγκλίνουν» τη χώρα προς τη Βουλγαρία ή την Ινδία, μπορούν να διαφυλάξουν αυτό το στόχο για τον εαυτό τους, όμως, ο λαός, ποτέ δεν έδειξε ότι θέτει τέτοιους στόχους, πόσο μάλλον η νέα γενιά!

Αν μάλιστα μπορούσα να απευθυνθώ σε μια μέση ινδική ή βουλγάρικη οικογένεια, το ίδιο θα έλεγα : να θεωρούν ύβρη το «προνόμιο» να θεωρούνται «πρότυπα» για την Αθλιότητα, η οποία δείχνει άλλες χώρες – θύματά της να συγκλίνουν προς αυτές.

Πρέπει να εξηγείται στα παιδιά ότι όλοι αυτοί που κουνάνε το δάχτυλο στο λαό, από τα συστημικά ΜΜΕ, ενίοτε εκπροσωπούν το πιο αεριτζίδικο ιδιωτικό μεγαλοσυμφέρον που το αποκαλούν επιχειρείν, εκπροσωπούν τα συμφέροντα που παρήγαγαν τη κρίση την οποία χρέωσαν στον μισθωτό και το  συνταξιούχο.

Πρέπει να εξηγείται στα παιδιά ότι ο μισθός των γονιών τους και οι συντάξεις των παππούδων τους κόπηκαν στη μέση διότι η αεριτζίδικη μεγαλοδιαπλοκή όχι μονάχα δεν πλήρωσε τίποτα μα και τα «έπιανε» κανονικά μέσα στη κρίση.

Πρέπει να εξηγείται στα παιδιά ότι οι μισθοί και συντάξεις κόβονταν στη μέση, για να εξοικονομηθούνε κάποιες εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ, όταν την ίδια στιγμή υπήρχαν και υπάρχουν δισεκατομμύρια που χαρίζονταν δεξιά και αριστερά όπως π.χ. στη Ζήμενς, και όχι μόνο.

Πρέπει να εξηγείται στα παιδιά ότι οι άνεργοι γονείς τους έμειναν άνεργοι ή και χιλιάδες απ’  αυτούς αυτοκτόνησαν για να μη μείνει άνεργη και για να μην πεθάνει η Αθλιότητα.

Είναι εγκληματικό να επιτρέψουμε να δηλητηριαστεί η ψυχή των παιδιών μας με την αυτοενοχοποίηση, για ενοχές που ανήκουν σε άλλους.

Πρέπει να εξηγείται στα παιδιά γιατί αυτό που συμβαίνει στους γονείς τους είναι έγκλημα και αλητεία μαζί, και να τονίζεται η διαφορά μεταξύ ληστείας και αλητείας, και γιατί οι μνημονιακές πολιτικές είναι και τα δύο μαζί.

Ληστεία είναι να κλέβεις κάτι που υπάρχει και είναι επιδεικτικό ληστείας. Π.χ., υπάρχουν τα Ασφαλιστικά Ταμεία, τα οποία περιέχουν υπό μορφή αποταμιεύσεων τους κόπους μιας ζωής των εργαζόμενων, κι έρχεται μια συμμορία, και ληστεύει αυτούς τους κόπους, εν ονόματι της συλλογικής ευθύνης, δηλαδή, να πληρώσεις ό,τι έκλεψαν άλλοι που υπό υψηλές πολιτικές προστασίες λυμαίνονταν διαχρονικά δημόσιο χρήμα και δημόσια περιουσία και τον λογαριασμό στη συνέχεια τον έστελναν στο Κράτος, που με τη σειρά του τον έστελνε στα συνήθη υποζύγια που διαχρονικά πληρώνουν όλους αυτού του είδους τους λογαριασμούς. Αυτό λέγεται ληστεία. Ληστεία καθαρή.

Αλητεία είναι αρκετά πράγματα, πέραν της ληστείας, και δίνει το μέτρο της ανηθικότητας. Όπως π.χ., να επιβάλεις φόρους αβάσταχτους, γνωρίζοντας ότι δεν θα τους εισπράξεις, διότι ήδη η πολιτική της Αθλιότητας εξάντλησε την όποια φοροδοτική ικανότητα των θυμάτων της, αλλά παρόλα αυτά, αξιώνει να πληρώσουν γνωρίζοντας ότι δεν έχουν χρήματα να πληρώσουν, πόσο μάλλον, όταν οι ίδιες αυτές οι φορολογικές αξιώσεις πλήττουν και ανθρώπους που η πολιτική αυτή έστειλε στην ανεργία ή στην ακραία φτώχεια, κι ακόμα παραπέρα, θα ήταν δυσβάστακτοι ακόμα και για τα προ κρίσεως εισοδήματα! Τέτοιες πολιτικές, δικαίως φέρουν τον τίτλο της καθαρής αλητείας -πέραν της ληστείας!

Βέβαια αυτή η πολιτική, ακόμα και στην αλήτικη εκδοχή της, δεν στερείται εντελώς λογικής. Συμβάλει και η αλητεία, στην γενική απαξίωση του πλούτου, ιδιωτικού και δημοσίου, κι εδώ το κρίσιμο βρίσκεται στο «και δημοσίου». Διότι οι γύπες που ήδη κάνουν κύκλους πάνω από το σώμα της Ελλάδας, όσοι εν τω μεταξύ δεν έχουν ήδη αρχίσει το τσιμπούσι τους, ακριβώς αυτόν τον πλούτο βλέπουν, τον αποτιμημένο και κυρίως τον υπαρκτό μεν πλην μη εισέτι αποτιμημένο ή πλήρως αποτιμημένο.

Δεν πρέπει, επίσης, να αποθερμαίνεται το φυσιολογικά «κοχλάζον αίμα» των παιδιών, είτε αυτά βρίσκονται στη παιδική είτε στην εφηβική είτε στο στάδιο της πρώτης ενήλικης νιότης.

Αυτό είναι το φυσιολογικό1

Αυτό δείχνει υγεία!

Αν δεν συνέβαινε αυτό, αν σ’  αυτές τις ηλικίες το αίμα είχε τη «ψυχρότητα» ενός ενηλίκου, πόσο μάλλον ενός ώριμου ή υπερώριμου ενηλίκου, αυτό θα ήταν το μη φυσιολογικό, αυτό θα ήταν ένδειξη ότι κάτι δεν πάει καλά. Θα ήταν, ίσως, αφύσικο.

Η εικόνα παιδιών, εφήβων και νέων γενικότερα με «στάση στα τέσσερα», ή στάση πλήρους υποταγής, χωρίς καν μια προσπάθεια να αποφύγουν αυτή τη στάση, χωρίς τη περιέργεια να συμβουλευτούν κάποιους μεγαλύτερους πώς θα την αποφύγουν, και δικαιολογώντας αυτή τη στάση, σ’  αυτές τις ηλικίες, είναι κάτι το παθολογικά προβληματικό, και μόνο έτσι θα μπορούσα να το δεχτώ.

Η εικόνα, ένας έφηβος π.χ., να λαμβάνει «μαθήματα» υποταγής, από τους ίδιους του τους γονείς, και μάλιστα παράδοσης χωρίς αγώνα, μπρος σε πολιτικές που παράγουν συγκεκριμένες οικονομικές και κοινωνικές, πέρα από καθαρά πολιτικής φύσεως καταστάσεις, προσωπικά, την θεωρώ απαράδεκτη.

Η ίδια η ζωή, αργότερα, όταν ο νέος αυτός μπει για τα καλά στο στίβο της, θα αποθερμάνει είτε σε κάποιο βαθμό, είτε πλήρως αυτό το «κοχλάζον αίμα». Όμως αυτό το τελευταίο δεν είναι το ζήτημα που έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ενδιαφέρον έχει, ότι θα έχει προλάβει να αδράξει θετικές ευκαιρίες και να πετύχει θετικές επιδόσεις που στη συνέχεια θα παραμείνουν ως ένα αξιόλογο «περιουσιακό» στοιχείο.

Η ζωή, στο τέλος της θητείας του κάθε ανθρώπου στη γη, θα αποτιμηθεί στη λογική ενός ισοζυγίου.

Τα «συν» απ’ τη μια πλευρά, τα «πλην» από την άλλη, και θα βγει η «καθαρή θέση», όπως στις λογιστικές καταστάσεις και τους ισολογισμούς των επιχειρήσεων.

Ένα ισοζύγιο που θα μετρά όχι μονάχα τα μπρος και πίσω βήματά μας, μα και τις συνέπειές τους.

Στόχος εδώ, είναι να αποφευχθεί η αρνητική τιμή του ισοζυγίου. Η ισοψηφία είναι καλή, το θετικό πρόσημο είναι υπέροχο.

Το «θερμό αίμα» των νέων, είναι το καύσιμο που στα πρώτα τους τουλάχιστον κρίσιμα χρόνια που θα πρωτοβγούν στο στίβο της ζωής, να δώσουν τον δικό τους αγώνα για επιβίωση και διάκριση, θα καθορίζει τη δυναμικότητα και την αντοχή της «μηχανής» τους, που θα τους επιτρέψει να κερδίσουν, χάρη σ’ αυτή την ορμή, αρκετά βήματα, πριν έρθει η στιγμή, να αρχίσουν να εισπράττουν και τις πικρίες των «βημάτων προς τα πίσω», αλλά, έχοντας πάντα το «καλό προηγούμενο» των προηγούμενων προσπαθειών τους, και πάλι θα ανακαλέσουν τα προηγούμενα μαθήματα επιτυχίας, και πάλι θα επιδιώξουν να ξαναπάρουν κεφάλι σ’ αυτόν τον μπρος – πίσω αγώνα της ζωής.

Η προσπάθεια στη διάρκεια της θητείας της νιότης, είναι θαρρώ η πιο παραγωγική από άποψη δύναμης και ουσίας, και του πλούτου των εμπειριών που θα συσσωρεύσει.

Τα παιδιά, οι έφηβοι, οι νέοι, που σ’ αυτές τις ηλικίες «αφομοίωσαν» μαθήματα υποταγής, που σ’ αυτές τις ηλικίες έμαθαν να περπατάν στα τέσσερα και να σκύβουν το κεφάλι εμπρός σε κάθε τι που είναι ή θεωρούν ότι είναι «δυνατότερό» τους, έτσι θα μπουν στο στίβο της ζωής, και, πιθανώς, έτσι στη συνέχεια θα πορευτούν, έως και το υπόλοιπο του βίου τους : στα τέσσερα και υποταγμένοι. Ένας ιδανικός στρατιώτης για τη στρατιά των δυνάμεων που αγωνίζονται να τραβήξουν την Ανθρωπότητα προς τα Πίσω, και ως τέτοιος πιθανά θα στρατολογηθεί από τις δυνάμεις αυτές.

Τελικά, σε ένα «φυσιολογικό» και «υγιές» ψυχικά άτομο, εκείνο που θα μετρήσει θα είναι οι γνήσιες προσπάθειές του να κρατηθεί όρθιο σ’ αυτόν τον διαρκή αγώνα, και όρθιος σημαίνει, ότι δεν κορόϊδεψε τον εαυτό του, ότι προσπάθησε, ότι προσπάθησε με όλες τους τις δυνάμεις, ότι προσπαθούσε κάθε μέρα, κι αυτό θα μετρήσει περισσότερο και από το τελικό αποτέλεσμα.

Ό,τι ονομάζεται «νίκη» δεν είναι πάντα «νίκη» και ό,τι ονομάζεται «ήττα» δεν είναι πάντα «ήττα». Δεν είναι «νίκη» η επιβίωση «στα τέσσερα». Δεν είναι «ήττα» η απώλεια ενός στόχου, για την κατάκτηση του οποίου δόθηκε αγώνας με πάθος και πίστη σ’  αυτόν. Τέτοιες «ήττες» είναι παρακαταθήκες για ένα πολλά υποσχόμενο αύριο, όπως «νίκη» όπως η παραπάνω, είναι παρακαταθήκη να μείνεις ακριβώς στη στάση που βρίσκεσαι.

Να διευκρινίσω πάντως, παρόλο που θεωρώ ότι δεν συντρέχει λόγος παρανόησης, πως δεν αναφέρομαι στις φυσιολογικές φοβίες των παιδιών για πράγματα με τα οποία για πρώτη φορά έρχονται αντιμέτωπα, που δεν γνωρίζουν, και γενικά για τους φυσιολογικούς φόβους που αποτελούν και ασπίδες εναντίον πιθανών κινδύνων.

Εδώ αναφερόμαστε στην καλλιέργεια του φόβου, για λόγους πολιτικών και άλλων σκοπιμοτήτων, ιδίως όταν αυτή συμβαίνει εντός των οικογενειών με τα λάθος μηνύματα που στέλνουν οι γονείς.

Και δεν πρέπει να λησμονείται να ενημερώνονται τα βλαστάρια μας πως τα πιο ονομαστά από τα συστημικά δάκτυλα που βλέπουν στους δέκτες των τηλεοράσεών τους, τα οποία καλούν το λαό σε υποταγή στα κελεύσματα της Αθλιότητας, να αποδεχτούν για το «καλό τους» την προσφερόμενη Εξαθλίωση, Αλητεία και Ληστεία, που ωρύονται για τους απαράδεκτους μεγάλους μισθούς των 1500 ή2000 ευρώ η των ανάλογων συντάξεων, το κάθε ένα απ’ αυτά τα δάχτυλα πιθανά και να εισπράττουν για τη προπαγάνδα τους μηνιαία αντιμισθία για τις υπηρεσίες που προσφέρουν στην Αθλιότητα ίση με τις ετήσιες αποδοχές ενός «πλουτοκράτη μισθωτού» (ή συνταξιούχου) των 1500 ευρώ το μήνα αν ακόμα υπάρχουν τέτοιοι μισθοί για την πλειοψηφία των εργαζόμενων.

Και να μη λησμονείται να εγγράφεται με ανεξίτηλα γράμματα στη ψυχή και το μυαλό των παιδιών, ότι το να τους ρημάξουν τη ζωή, δεν αποτελεί καθόλου αυτονόητο δικαίωμα κάποιων, υπό οποιοδήποτε επιχείρημα, ενώ ταυτόχρονα, αποτελεί και δική τους υποχρέωση, να μη το δεχτούν ομοίως κάτω από οποιοδήποτε επιχείρημα.

Κι όταν τέτοια «μαθήματα» λαμβάνουν από άλλες «πηγές», π.χ. τη τηλεόραση, ακόμα και στο σχολείο συζητώντας με άλλα παιδιά ή και από την επίσημη προπαγάνδα, η οποία φυσικά, δεν θα ονομάσει την ρημαγμένη ζωή «ρημαγμένη», μα με άλλες λέξεις με πιο «θετικό πρόσημο», η οικογένεια πρέπει να παρεμβαίνει και αποκαθιστά την πραγματικότητα.

Στο δικό τους επίπεδο, ασφαλώς και δεν θα ζητηθεί στα παιδιά να παλέψουν στο πεζοδρόμιο -αν και για κάποια παιδιά, εδώ στη πατρίδα μας, η ζωή τα έστειλε πολύ γρηγορότερα στην αναζήτηση του μεροκάματου, ενώ σε πολλές περιοχές του κόσμου, εκατοντάδες εκατομμύρια παιδιά κάτω από άθλιες συνθήκες αναβιώνουν εικόνες από εργαστήρια του Μεσαίωνα. Το δικό τους «πεζοδρόμιο», μιλώ για τα παιδιά που δεν βγήκαν στη βιοπάλη από αυτή τη τρυφερή ηλικία διακόπτοντας τις βασικές τους σπουδές, είναι το σχολείο, όπου, πολύ περισσότερο από το να μάθουν γράμματα, καλό είναι να εγγράψουν στο μυαλό και τη ψυχή τους τα μεγάλα διδάγματα που κρύβονται πίσω από αυτά τα «γράμματα», να μάθουν να θέτουν τα σωστά ερωτήματα, αν θέλουν να υπάρχει πιθανότητα να λάβουν τις σωστές απαντήσεις, όταν υπάρχουν, και να αγωνίζονται να βρουν την απάντηση όταν δεν έχει ακόμα δοθεί. Κι όταν τα γράμματα αυτά παρέχονται επιλεκτικά από την Αθλιότητα, το σπίτι του μαθητή, πρέπει να συμπληρώσει -πέραν από το να διορθώσει- αυτή τη στρεβλή «παιδεία». Όμως είναι ανάγκη προηγούμενα οι ίδιοι οι γονείς να είναι ενήμεροι γι’  αυτά τα «μεγάλα διδάγματα πίσω από τα γράμματα», κάτι που ίσως και να μην είναι τόσο αυτονόητο. Και ίσως, σ’  αυτό να οφείλεται και το γεγονός ότι υπάρχουν γονείς, που αναμφίβολά άθελά τους, περνάνε τα λάθος μηνύματα στα παιδιά τους, τα δίνουν τις λάθος συμβουλές, κι ακόμα-ακόμα, μεταβάλλονται στον πρεσβευτή της προπαγάνδας της υποταγής στα ίδια τους τα παιδιά.