Η σχεδιαζόμενη επιβολή φόρου από τη βρετανική κυβέρνηση σε αναψυκτικά με… ζάχαρη σημαίνει απλά περισσότερη δουλειά για τις εταιρίες που παράγουν ειδικές γλυκαντικές ουσίες χωρίς να αυξάνουν τις θερμίδες και χωρίς να αλλοιώνουν τη γεύση.

Ο φόρος-έκπληξη, που ανακοινώθηκε την Τετάρτη, θα τεθεί σε ισχύ σε δύο χρόνια. Αυτό δίνει το χρόνο σε εταιρίες, όπως η Coca-Cola ή η PepsiCo, καθώς και στους εταίρους τους στη Βρετανία, όπως η Coca-Cola Enterprises ή η Britvic, να λανσάρουν περισσότερα ποτά χαμηλών θερμίδων.

Στις εταιρίες που θα μπορούσαν να ωφεληθούν από την εξέλιξη αυτή περιλαμβάνονται η PureCircle, που διαθέτει στην αγορά τη στέβια, το φυσικό γλυκαντικό χαμηλό θερμίδων, η Tate & Lyle, που πουλά γλυκαντικά και η Kerry Group, που εμπορεύεται φυσικά αρώματα και χρωστικές ουσίες.

Αυτές οι εταιρίες επωφελούνται από την αυξανόμενη ζήτηση για τρόφιμα χαμηλών θερμίδων ενώ δεν αντιμετωπίζουν ανταγωνισμό από ανεξάρτητες αυτοφυείς επιχειρήσεις ή εταιρίες που παράγουν προϊόντα ίδιας ετικέτας, καθώς συχνά προμηθεύουν όλες τις μεγάλες εταιρίες αναψυκτικών.

Η αμερικανική εταιρία Ingredion, που πουλά σιρόπι καλαμποκιού και άλλα συστατικά, έχει δει «διψήφια» ανάπτυξη στη μονάδα εξειδικευμένων συστατικών στο Μεξικό από τότε η χώρα επέβαλε φόρο στα ποτά και τα τρόφιμα με ζάχαρη το 2014.

«Δημιούργησε ένα περιβάλλον για μια εταιρία σαν τη δική μας προκειμένου να βρούμε οικονομικές και υγιεινές λύσεις», δήλωσε πρόσφατα στο Reuters η διευθύνουσα σύμβουλος Αϊλίν Γκόρντον.

Για τον Νίκολα Μάλαρντ, αναλυτή στην Investec, η διετία που δίνεται πριν από την επιβολή του φόρου στη Βρετανία είναι μια ένδειξη ότι η κυβέρνηση θέλει οι εταιρίες να αλλάξουν τη σύνθεση των προϊόντων τους, αντί απλά να αυξήσουν τις τιμές, καθώς το τελευταίο ενδέχεται να έχει περιορισμένο αντίκτυπο, εάν ο κόσμος συνηθίσει τη νέα τιμή και τελικά επιστρέψει στις παλιές του συνήθειες.

«Ο ευκολότερος τρόπος για να καταναλώνει ο κόσμος λιγότερη ζάχαρη είναι να μην βάλεις καθόλου στο προϊόν», δήλωσε ο Μάλλαρντ.

Ωστόσο, η Coke, η Pepsi και άλλες εταιρίες αλλάζουν την γκάμα των προϊόντων τους την τελευταία δεκαετία, προσθέτοντας περισσότερα προϊόντα χαμηλότερων θερμίδων, όπως χυμούς και τσάι, καθώς και νέες εκδοχές των βασικών προϊόντων τους με χαμηλές θερμίδες προκειμένου να καλύψουν την καταναλωτική ζήτηση.

«Πριν από μια 20ετία, το ποσοστό των προϊόντων χαμηλών ή μηδενικών θερμίδων στην αγορά ήταν 30%», δήλωσε ο Γκάβιν Πάρτινγκτον, γενικός διευθυντής στη Βρετανική Ένωση Αναψυκτικών. «Τώρα είναι περίπου 60%», συμπεριλαμβανομένου του εμφιαλωμένου νερού.