Και αυτό γιατί για πρώτη φορά με απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ανοίγει ο δρόμος ώστε οι εργοδότες να διεκδικούν πλήρη αποζημίωση από τους εργαζομένους τους για ζημιές που μπορεί…
να λάβουν χώρα εν ώρα εργασίας. Παράλληλα, με άλλη δικαστική απόφαση του Αρείου Πάγου αναγνωρίζεται υψηλό ποσοστό συνυπαιτιότητας σε εργαζόμενο ο οποίος έχασε τη ζωή του και πάλι εν ώρα εργασίας, για τον θάνατό του! Οι δύο αποφάσεις προκαλούν ήδη τον σφοδρό αντίλογο καταξιωμένων νομικών, οι οποίοι με δημόσιες τοποθετήσεις τους τις χαρακτηρίζουν βαθιά αντεργατικές, αντικοινωνικές και αντίθετες με το αίσθημα δικαίου.

Ειδικότερα, η πρώτη απόφαση που εκδόθηκε από τον Αρειο Πάγο αφορά σε ατύχημα που είχε λάβει χώρα στην Ιταλία το καλοκαίρι του 2011 όταν οδηγός μεγάλης νταλίκας που μετέφερε (σε ψυγείο) γαλακτοκομικά προϊόντα, έχασε τον έλεγχο του οχήματός του, με αποτέλεσμα αυτό να εκτραπεί της πορείας του και να προσκρούσει στο στηθαίο ασφαλείας του αυτοκινητοδρόμου. Το όχημα, ιδιοκτησίας ελληνικής εταιρείας, κινούνταν με ταχύτητα 90 χιλιομέτρων την ώρα στο εθνικό δίκτυο Μπολόνιας – Ανγκόνας. Από τη σύγκρουση το μεγαλύτερο μέρος της νταλίκας καταστράφηκε όπως και το φορτίο που μετέφερε, ενώ την τελευταία στιγμή ο οδηγός της κατάφερε να βγει από το φλεγόμενο όχημα και να σωθεί.

Η υπόθεση έφτασε στα αστικά δικαστήρια αλλά και στον Αρειο Πάγο, ο οποίος, υιοθετώντας πλήρως τη σχετική απόφαση που είχε λάβει προηγουμένως το Εφετείο, έκρινε ότι ο οδηγός της νταλίκας δεν εκτέλεσε την εργασία του με επιμέλεια ως όφειλε και γι’ αυτό ευθύνεται για τη ζημιά που προκάλεσε στον εργοδότη του, δηλαδή την καταστροφή του οχήματος αλλά και του εμπορεύματος. Το ποσοστό δε συνυπαιτιότητάς του στο ατύχημα είναι 99% και ως εκ τούτου ο εργοδότης μπορεί να αξιώσει αποζημίωση από τον υπάλληλό του.

Ο Αρειος Πάγος και συγκεκριμένα το Β2 Τμήμα του που εξέδωσε την απόφαση στηρίζει την κρίση του αυτή στο εξής σκεπτικό: «Υπαίτιος του ατυχήματος και των συνεπειών που προκλήθηκαν από αυτό είναι ο οδηγός του οχήματος, καθόσον αυτός παρότι έμπειρος και ικανός ασχολούμενος επαγγελματικά με την οδήγηση φορτηγών, επέδειξε αμέλεια κατά την εκτέλεση ελιγμού προς τα αριστερά και δεν συγκράτησε το όχημα που οδηγούσε, κατά τρόπο ώστε αυτό να παραμείνει κινούμενο εντός της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας, αλλά έχασε τον έλεγχο αυτού, τον οποίο δεν ανέκτησε, με τις περαιτέρω συνέπειες…».

Η μειοψηφία

Κατά πλειοψηφία οι ανώτατοι δικαστικοί λειτουργοί απέρριψαν τον ισχυρισμό του οδηγού ότι ο ίδιος δεν φέρει ευθύνη γι’ αυτό που συνέβη και ότι η ζημιά πρέπει να βαρύνει τον εργοδότη του και όχι τον ίδιο «ως εμπίπτουσα στη σφαίρα του επιχειρηματικού κινδύνου». Παράλληλα, οι αρεοπαγίτες απέρριψαν και το βασικό επιχείρημα του οδηγού ότι τα λάστιχα που είχαν τοποθετηθεί στην νταλίκα ήταν προβληματικά εξαρχής και εξ αυτού του λόγου έχασε τον έλεγχο του οχήματός του.

Αντίθετα, ένα μέλος του δικαστηρίου που μειοψήφησε εξέφρασε την άποψη ότι δεν μπορεί να υπάρξει απόλυτη συνυπαιτιότητα του εργαζομένου σε εργατικό ατύχημα με το εξής σκεπτικό: «Ο εργοδότης με την αντιπαροχή του αμείβει την εργασία και όχι την ανάληψη κινδύνου. Ο μισθός που λαμβάνει ο εργαζόμενος δεν αντισταθμίζει τους κινδύνους ζημιών στους οποίους αυτός εκτίθεται κατά την εκτέλεση της εργασίας του, μέσα σε συνθήκες ή καταστάσεις πίεσης τις οποίες αποκλειστικά διαμορφώνει και επηρεάζει ο εργοδότης. Ακόμη και για τον πιο επιμελή και ευσυνείδητο εργαζόμενο ενδέχεται να καταστεί αναπόφευκτη μια στιγμιαία χαλάρωση της προσοχής με εντελώς δυσανάλογες συνέπειες».

Συνυπαίτιος για τον θάνατό του!

Η δεύτερη υπόθεση που απασχόλησε τον Αρειο Πάγο ήταν ιδιαίτερα σοβαρή, καθώς εν ώρα εργασίας έχασε τη ζωή του ένας νέος άνθρωπος, οδηγός βυτιοφόρου. Το τραγικό συμβάν έλαβε χώρα ενώ ο 41χρονος οδηγός εκτελούσε δρομολόγιο από το Ζάκρο Καρδίτσας στον Ταύρο Αττικής μεταφέροντας γάλα. Το όχημά του εξετράπη της πορείας του και έπεσε σε γκρεμό με αποτέλεσμα ο οδηγός του, που μόλις είχε προσληφθεί στη συγκεκριμένη εταιρεία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, να βρει ακαριαία τραγικό θάνατο αφού το τεράστιο όχημα τον καταπλάκωσε.

Οι γονείς του 41χρονου και τα αδέλφια του προσέφυγαν στα αστικά δικαστήρια διεκδικώντας αποζημίωση για ψυχική οδύνη υποστηρίζοντας ότι ο θάνατος του γιου και αδελφού τους οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργοδότη. Και αυτό διότι, όπως υποστήριξαν στο δικαστήριο, η εργοδότρια εταιρεία τον ανάγκαζε να εκτελεί συνεχή δρομολόγια πέραν του νόμιμου ωραρίου εργασίας του, επί οκτώ ώρες κάθε ημέρα και χωρίς ξεκούραση. Μάλιστα, όπως υποστήριξαν οι συγγενείς του, ο 41χρονος, φοβούμενος μη χάσει τη δουλειά του, εργάζονταν νυχθημερόν αδιαμαρτύρητα.

Από την πλευρά τoυς οι νομικοί παραστάτες της εργοδότριας εταιρείας προέβαλλαν στο δικαστήριο ως βασικό επιχείρημα ότι μεγάλο μερίδιο ευθύνης για το δυστύχημα έφερε και ο 41χρονος οδηγός, καθώς, όπως υποστήριξαν, κατά το μοιραίο δρομολόγιο δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας, κάτι που ενδεχομένως και να του έσωζε τη ζωή. Η παράλειψη αυτή, σύμφωνα με τον ισχυρισμό που προέβαλε η εργοδότρια εταιρεία, θεμελιώνει συνυπαιτιότητα του θανόντος κατά 40% στην πρόσκληση του δυστυχήματος και η τυχόν αποζημίωση που θα επιδικάσει το δικαστήριο στους συγγενείς του θα πρέπει να είναι σε άμεση συνάφεια με το γεγονός αυτό.

Εξετάζοντας τα στοιχεία του φακέλου της τραγικής αυτής υπόθεσης -ανάμεσά τους και εξετάσεις που δεν ανίχνευσαν στο αίμα του θανόντος οινόπνευμα ή άλλες ουσίες- οι εφέτες έκαναν εν μέρει δεκτό τον ισχυρισμό της οικογένειας του 41χρονου. Αφενός έκριναν ότι η εργοδότρια εταιρεία ευθύνεται μόνο κατά ποσοστό 60% για το τραγικό δυστύχημα (συνυπαιτιότητα) επειδή ανάγκαζε τον υπάλληλό της να εργάζεται κατά παράβαση του ωραρίου εργασίας και αφετέρου απεφάνθησαν ότι υπάρχει και ευθύνη σε ποσοστό 40% του άτυχου 41χρονου. Και αυτό επειδή δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας όπως ήταν υποχρέωσή του, με αποτέλεσμα να συμβάλει στο δυστύχημα και στον θάνατό του! Ετσι, με βάση την απόφαση του Εφετείου η εργοδότρια εταιρεία ευθύνεται σε αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν οι συγγενείς του άτυχου οδηγού κατά 60% και μέχρι εκεί οφείλουν να αποζημιώσουν την οικογένειά του.

Καμία ευθύνη, ήταν ξεκούραστος

Ωστόσο, εντελώς διαφορετική ήταν η κρίση του Αρείου Πάγου, ο οποίος ανέτρεψε άρδην την εφετειακή απόφαση, εντοπίζοντας κενά και αντιφάσεις στην αιτιολόγησή της. Σύμφωνα με τους αρεοπαγίτες, το Εφετείο δεν παρέθεσε στην απόφασή του «τα πραγματικά περιστατικά που να δικαιολογούν την κόπωση του θανόντος και την εξασθένηση των δυνάμεων των αντανακλαστικών του».

Κατά το Ανώτατο Δικαστήριο, ο άτυχος 41χρονος πράγματι εργάστηκε καθ’ υπέρβαση του νόμιμου ωραρίου εργασίας του, ωστόσο μόνο κατά 3,5 ώρες και κατά την ημέρα που έλαβε χώρα το τραγικό συμβάν! Αυτό, όμως, σύμφωνα με την αρεοπαγίτικη απόφαση -«δεν επάγεται, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, λόγω και της ολιγόωρης απασχόλησης του θανόντος κατά τις δύο προηγούμενες ημέρες του δυστυχήματος αλλά και της μη απασχόλησής του τέσσερις ημέρες πριν τον θάνατό του, τέτοιο αποτέλεσμα», δηλαδή την πρόκληση του δυστυχήματος!

Με το σκεπτικό αυτό ο Αρειος Πάγος ανέπεμψε την υπόθεση για νέα κρίση στο Εφετείο και παράλληλα οι συγγενείς του άτυχου άνδρα έχασαν κάθε ελπίδα να δικαιωθούν σε αστικό επίπεδο για την απώλεια που βιώνουν.

Πηγή