Ο Κοινοβουλευτικός Εκπρόσωπος της Νέας Δημοκρατίας και Βουλευτής Β΄Αθήνας Νίκος Δένδιας, κατά την… τοποθέτησή του στη Βουλή χθες το βράδυ (Πέμπτη 17 Μαρτίου 2016), επί του νομοσχεδίου «Αναγκαίες ρυθμίσεις για την εναρμόνιση της ελληνικής νομοθεσίας με το νέο Κώδικα Αντιντόπινγκ του Παγκόσμιου Οργανισμού Αντιντόπινγκ και άλλες διατάξεις» του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού, ανέφερε:

«Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, κατ’ αρχήν, δεν χρειάζεται να πω πάρα πολλά πράγματα για το νομοθέτημα. Νομίζω ότι και η εισηγήτριά μας, η κ. Άννα Καραμανλή, με απόλυτη επάρκεια ανέλυσε το θέμα, αλλά και οι δύο μέχρι τώρα προλαλήσαντες ομιλητές της Νέας Δημοκρατίας, ο καθηγητής, ο κ. Θεόδωρος Φορτσάκης και η συνάδελφος, η κ. Μαρία Αντωνίου, έχουν τοποθετηθεί επί των διατάξεων. Θα ακολουθήσει και ο νέος συνάδελφος, ο κ. Στύλιος, ο οποίος έχει κι αυτός μια ιδιαίτερα γνώση του αντικειμένου.

Μάλιστα, πρέπει να σημειώσω ότι ο κ. Φορτσάκης κατέθεσε και προτάσεις. Επί κατεπείγοντος νομοθετήματος, ήρθε εδώ και κατέθεσε και προτάσεις βελτίωσης συνολικά της κατάστασης την οποία αντιμετωπίζουμε. Αυτό δείχνει τον θετικό τρόπο με τον οποίο η Αξιωματική Αντιπολίτευση προσπαθεί να συνεισφέρει στα της νομοθετικής εργασίας.

Όμως, δεν μπορώ παρά να προσθέσω κι εγώ τη φωνή μου στο απαράδεκτο της εισαγωγής του συγκεκριμένου κειμένου ως κατεπείγοντος, διότι, κατ’ αρχήν, το ίδιο το κείμενο, όπως ορθά παρατηρήθηκε και από την εισηγήτριά μας, θα μπορούσε να εισαχθεί στο δίκαιο της χώρας μας με υπουργική απόφαση. Δεν εξηγήθηκε γιατί χρειάζεται νομοθετική ρύθμιση εδώ ή μάλλον υπονοήθηκε με τις άλλες διατάξεις που σύρει μαζί του.

Όσον αφορά δε τις άλλες διατάξεις, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, πρέπει να πω -και λυπάμαι που το λέω- ότι αυτά τα πράγματα που γίνονται από την Κυβέρνηση δεν είναι σοβαρά πράγματα. Και εξηγούμαι.

Κατ’ αρχήν, αυτό το οποίο ήδη παρετηρήθη από τον Κοινοβουλευτικό Εκπρόσωπο της Ένωσης Κεντρώων είναι ότι εδώ υπάρχει μια πονηριά ή καλύτερα -με συγχωρείτε, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι για την έκφραση- κουτοπονηριά.

Εισάγονται οι διατάξεις του οργανισμού του Υπουργείου Πολιτισμού αντί προεδρικού διατάγματος, το οποίο θα είχε την κανονιστική επεξεργασία του Συμβουλίου της Επικρατείας, με διατάξεις νόμου.

Αυτό δεν είναι ότι δεν είναι νομοτεχνικά ορθό –που δεν είναι- αλλά είναι τρόπος να αποφύγεις τον έλεγχο της νομιμότητας. Κι έχουμε εδώ μία Κυβέρνηση, η οποία κηρύσσει τη διαφάνεια, διαρρηγνύει τα ιμάτιά της υπέρ της διαφάνειας και από την άλλη, με τρόπους οι οποίοι απάδουν σε κοινοβούλιο πολιτισμένης χώρας, περνάει διατάξεις κάτω από το νομικό ορίζονται του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Κάνει δε και άλλα η Κυβέρνηση, τα οποία πρέπει να σας πω ότι δεν είναι σοβαρά. Θέλετε να μου πείτε γιατί η αλλαγή των μελών διοίκησης του Καυτατζογλείου είναι επείγουσα; Θέλετε να μου πείτε γιατί είναι επείγουσα η παραχώρηση χώρων από τη Γενική Γραμματεία σε εποπτευόμενους φορείς; Θέλετε να μου πείτε γιατί είναι επείγουσες οι άθλια –αν μου επιτρέπετε να πω- ρουσφετολογικές διατάξεις περί κινητικότητας υπαλλήλων της Γενικής Γραμματείς Αθλητισμού; Τι το επείγον έχουν; Εδώ, έχουμε να κάνουμε λοιπόν με πρόδηλη παρανομία και ρουσφετολογία και τα δύο του αίσχιστου είδους. Αυτά δεν είναι σοβαρά πράγματα.

Να σας πω και κάτι ακόμη χειρότερο που κάνετε στο τέλος: Κάτω από την –προφανώς- κατακραυγή που ακολούθησε στην Επιτροπή, παίρνετε πίσω τις διατάξεις. Η Κυβέρνηση τις παίρνει πίσω, γιατί εγώ δεν εξομοιώνω τους συναδέλφους της Πλειοψηφίας με την Κυβέρνηση. Θέλω να είμαι σαφής σε αυτό. Θεωρώ ότι πάρα πολλά πράγματα γίνονται ερήμην τους ή εν αγνοία τους ή κατά εκμετάλλευσης της διάθεσής τους να στηρίξουν αυτό που στο δικό τους υποσυνείδητο είναι η κυβέρνηση της «πρώτης φοράς Αριστεράς» και κατά τη δική μας άποψη, για να είμαι ειλικρινής μαζί σας, κύριοι συνάδελφοι της Πλειοψηφίας, μία «κυβέρνηση της συμφοράς».

Παίρνετε, λοιπόν, πίσω τις διατάξεις που αφορούν το Υπουργείο Ανάπτυξης. Μετά τι κάνετε; Κοιτάξτε την αιτιολογική έκθεση. Αφήνετε στην αιτιολογική έκθεση την αναφορά στα άρθρα και μένει η αιτιολογική έκθεση στο άρθρο 71 που έχει να κάνει με τις μισθώσεις. Μετά επειδή κάποιος σας πιέζει, εμφανίζετε μία βουλευτική τροπολογία -δεν πρόκειται να πω ποιοι συνάδελφοι την υπογράφουν, δεν έχει καμία σημασία, είναι βέβαιο ότι κατ’ ανάγκη τους ζητήθηκε η υπογραφή τους- με την οποία το κείμενο της διάταξης που πάρθηκε πίσω στην Επιτροπή, έρχεται πίσω ως βουλευτική τροπολογία, χωρίς μάλιστα να είναι εδώ ο αρμόδιος Υπουργός -ο οποίος παρεμπιπτόντως είναι ο Υπουργός Ανάπτυξης, αλλά δεν έχει σημασία- να την υπογράψει και να την αποδεχτεί. Τώρα μιλάτε σοβαρά; Είναι σοβαρά αυτά τα πράγμα; Για να καταλάβω δηλαδή.

Ειλικρινά σας το λέω: Ουδείς αναμάρτητος σε αυτήν την Αίθουσα. Ουδεμία κυβέρνηση αναμάρτητη. Να είμαστε ειλικρινείς. Όλα όμως έχουν όρια. Πού είναι το δικό σας όριο; Πού είναι το όριο αυτής της Κυβέρνησης για να το κατανοήσουμε κι εμείς;

Ξέρετε, ως κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος είμαι υποχρεωμένος να έχω πάντοτε μία ευρύτερη θεώρηση των πραγμάτων. Αυτά δεν γίνονται εν κενώ ιστορικού, πολιτικού και πραγματικού χρόνου. Αυτά γίνονται σε μία στιγμή που η Ελλάδα πραγματικά κινείται επί ξυρού ακμής. Εξαιτίας αστοχιών της Κυβέρνησης σε δεκάδες τομείς, σε όλους τους τομείς η χώρα αντιμετωπίζει πάλι μέγιστο κίνδυνο.

Έχουμε θέμα στα ανατολικά μας σύνορα. Δόθηκε εξαιτίας των αλλεπάλληλων λαθών αυτής της Κυβέρνησης το δικαίωμα στην Τουρκία να δημιουργεί επιπλέον προβλήματα, ακόμα και στη συμφωνία την οποία η ίδια ζήτησε με το ΝΑΤΟ. Ίσως ξέρετε ότι το γερμανικό σκάφος, το οποίο διοικεί αυτή τη δύναμη, είναι στη Σούδα αυτή τη στιγμή. Δεν μπορούσε όμως να κάνει κάτι. Τα περισσότερα σκάφη είναι μεταξύ των νησιών και του ηπειρωτικού κορμού της Ελλάδας στο Αιγαίο.

Η κατάσταση στην Ειδομένη, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, είναι μία απαράδεκτη κατάσταση. Η κατάσταση αυτή είναι απαράδεκτη για τα συνταγματικά δικαιώματα όλων των ανθρώπων που βρίσκονται μέσα στην ελληνική επικράτεια. Εγώ είμαι αυτός που έχω έρθει επανειλημμένως εδώ και σας έχω πει ότι πρέπει να ελέγξουμε τα σύνορά μας. Αυτό όμως είναι ένα θέμα. Είναι απαράδεκτο το να μην ελέγχουμε τα σύνορά μας.

Είναι όμως εξίσου απαράδεκτο να μην έχουμε την ευθύνη που το Σύνταγμα αναγνωρίζει για τους ανθρώπους που είναι μέσα στα σύνορά μας. Είναι ντροπή για την Ελλάδα αυτό το πράγμα. Έχουμε ευθύνη και να θρέψουμε και να περιθάλψουμε αυτούς τους ανθρώπους. Να είναι απολύτως σαφές αυτό σε όλους. Εμείς ούτε τρέφουμε ούτε περιθάλπουμε αυτούς τους ανθρώπους. Αυτό το κάνουν οι μη κυβερνητικές οργανώσεις. Τιμά αυτό την πατρίδα μας; Να είμαστε συνεννοούμενοι. Η εικόνα της πλατείας Βικτωρίας τιμά την πατρίδα μας;

Θέλω να πω και κάτι επιπλέον τελειώνοντας, διότι έχει κουραστεί ήδη η Εθνική Αντιπροσωπεία: Εγώ σπανίως σχολιάζω τα λεγόμενα από τη Χρυσή Αυγή. Όσο δε στελέχη της Χρυσής Αυγής είναι υπόδικα, επειδή αναγνωρίζω το δικαίωμα κάθε ανθρώπου να μάχεται για την αθωότητά του και την ελευθερία του, είμαι εξαιρετικά προσεκτικός στις εκφράσεις μου. Θα ήθελα όμως να καταθέσω κάτι για να υπάρχει στα Πρακτικά για να έχω τη συνείδησή μου ήσυχη.

Με ενοχλεί πάρα πολύ η πατριδοκαπηλία. Και εξηγούμαι. Η προσπάθεια συγκεκριμένου κόμματος, το οποίο έχει σαφή ιδεολογία –η ιδεολογία του είναι η ναζιστική ιδεολογία- να εμφανίζεται ως ελληνικό πατριωτικό κόμμα είναι μία ντροπή. Κι επειδή κάποτε από αυτό το βήμα έκανα μία ιστορική αναφορά και είπα προς αυτό το κόμμα ότι το ιστορικό της προηγούμενο είναι ο στρατηγός Τσολάκογλου, σας λέω ότι έκανα λάθος. Είναι ο Πούλιος, ο «καπετάν Πούλιος» στη Μακεδονία, ο οποίος αναχώρησε με τα γερμανικά στρατεύματα και έκαναν ελληνική κυβέρνηση στο εξωτερικό, στη Βιέννη.

Πρέπει να σταματήσει αυτή η ιστορία της πατριδοκαπηλίας. Και μάλιστα θα ζητήσω από τον Πρόεδρο της Βουλής να κάνουμε ειδική συνεδρίαση την 6η Απριλίου, ημέρα της γερμανικής εισβολής στην Ελλάδα, και να τοποθετηθεί κάθε κόμμα για να μας πει επιτέλους η Χρυσή Αυγή τι θέση έχει για τη γερμανική εισβολή στην Ελλάδα και τι θέση έχει για τα ναζιστικά εγκλήματα στην Ελλάδα.

Γιατί μπορείς να πεις ό,τι θέλεις για την πολιτική διαδρομή του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη. Έχουν ακουστεί τα πάντα. Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, όμως, καταδικάστηκε από τους Γερμανούς σε θάνατο και έζησε εκ τύχης και δεν δικαιούται κανείς να έρχεται εδώ και να του κάνει εκ των υστέρων κρίσεις για την πολιτική του διαδρομή, παριστάνοντας ότι κήδεται της πατρίδας.

Πρέπει να είμαστε σε όλα συνεννοημένοι. Υπάρχουν όρια. Και επειδή υπάρχουν οι νέες γενιές των Ελλήνων, τα παιδιά των δεκαεπτά, των δεκαοχτώ, των δεκαέξι, των δεκαπέντε χρονών που δεν ξέρουν ιστορία, έχουμε εθνική υποχρέωση να τους πούμε τι έγινε και τι έκανε ο καθένας, γιατί στην Ελλάδα υπήρξαν και δοσίλογοι και υπήρξαν και φιλοναζιστές και υπήρξαν και φίλοι των ναζί και άνθρωποι που συμπαρατάχθηκαν με τον Άξονα και έφυγαν μαζί του από τη χώρα. Και δεν μπορούν οι πολιτικοί τους απόγονοι να έρχονται εδώ να μας σηκώνουν το χέρι και να μιλούν για την πολιτική ιστορία οιουδήποτε εξ ημών.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι της Συμπολίτευσης, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, οι καιροί ου μενετοί και παρακαλώ πάρα πολύ, παρακαλώ θερμά, νομοθετικές πρωτοβουλίες αυτής της μορφής να μην επαναλαμβάνονται».