Από μια υπογραφή, που έβαλε πριν 10 χρόνια, έφτασε στο σημείο να χρωστάει 152 εκατομμύρια ευρώ!
Τώρα απελπισμένος ζητά να του κάνουν ευθανασία.

Ο λόγος για έναν 70χρονο από το χωριό Εκκάρα Δομοκού, ο οποίος τώρα τρέχει και δεν φτάνει, μη μπορώντας να βγάλει άκρη. Έχασε ακόμα και την πενιχρή σύνταξη που έπαιρνε, ενώ κινδυνεύει να περάσει στη φυλακή την υπόλοιπη ζωή του.

Όπως αναφέρει δημοσίευμα της εφημερίδας “Ημέρα”, όταν δέκα χρόνια πριν ο Βασίλης Δαλιάνης από την Εκκάρα Δομοκού πήγαινε σε ένα υπόγειο στη Ρουμανία για να υπογράψει ένα ανεξήγητο πληρεξούσιο δεν θα μπορούσε να φανταστεί ότι εκείνη του η υπογραφή θα τον συνόδευε μέχρι τα 70 του χρόνια, θα αντιμετώπιζε σοβαρότατες κατηγορίες, αλλά και το ενδεχόμενο έκδοσης στη Ρουμανία για να δικαστεί εκεί, με συνέπεια να μην ξαναδεί ποτέ το χωριό του.

Τώρα είδε να χάνεται ακόμη και η προνοιακή σύνταξη την οποία έπαιρνε, έστω εκείνα τα 10€ την ημέρα που επέτρεπαν ωστόσο να παίρνει τα φάρμακά του και να συντηρείται στο χωριό του. Τώρα ένα ολόκληρο χωριό προσπαθεί να τον συντηρήσει, σε ένα σπίτι χωρίς ρεύμα, αφού έχει κοπεί προ πολλού, χωρίς λεφτά ακόμη και για φάρμακα και χωρίς οποιοδήποτε μέλλον.

Μια τρομακτική ιστορία ξεδιπλώνεται πίσω από ένα γράμμα που ο ίδιος στέλνει τόσο στο Δήμαρχο Δομοκού, όσο και στους Υπουργούς Δικαιοσύνης και Υγείας, αλλά στον Αρχιεπίσκοπο της Εκκλησίας της Ελλάδας. Ένα γράμμα που κοινοποιήθηκε στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το αίτημά του περιγράφεται όπως θα μπορούσε να το περιγράφει ένας ζωντανός-νεκρός.

Ένα αίτημα πρωτότυπο και ταυτόχρονα μακάβριο, το οποίο κατατέθηκε την χθεσινή μέρα, παίρνοντας αριθμό πρωτοκόλλου και βεβαίως οι αρμόδιοι έτριβαν τα μάτια τους.

Τι ζητά; Ζητά να επιτραπεί η ευθανασία στον ίδιο καθώς διαπιστώνει ότι δεν μπορεί να έχει πορεία στη ζωή.

Πρόκειται για μια τρομακτική ιστορία που ο ίδιος την εξιστορεί πάρα πολύ γλαφυρά, σαν να μην τρέχει τίποτα. Αυτό το τίποτα όμως σημαίνει περίπου 680 εκατ.Leu (152 εκατ. ευρώ), που οφείλει στο Ρουμανικό Δημόσιο. Ο ίδιος επιμένει ότι κάποιοι χρησιμοποίησαν την υπογραφή του και πλούτισαν. Ο 70χρονος υποστηρίζει ότι δεν ήξερε τι έκανε, όταν εξουσιοδότησε ορισμένους να φτιάξουν στο όνομά του μια εταιρεία στη Ρουμανία και να κάνουν τις δουλειές που επιθυμούσαν. Ο ίδιος δηλώνει σε όλους τους τόνους αλλά και μπροστά στην Ανακρίτρια Λαμίας ότι δεν έχει καμία εμπλοκή, καμιά συμμετοχή και ποτέ δεν ασχολήθηκε με αυτή την ιστορία. Το Ρουμανικό Δημόσιο όμως ελάχιστα μπορεί να καταλάβει από αυτά τα οποία εξιστορεί ο κυρ Βασίλης.

Ο ίδιος το τελευταίο διάστημα τρέχει από δικαστικό γραφείο σε δικαστικό γραφείο, ανοίγει πόρτες της δικαιοσύνης, αλλά ωστόσο δεν μπορεί να πείσει με την ίδια του την προσωπική ιστορία την οποία καταθέτει. Ισχυρίζεται λοιπόν ότι πήγε μέχρι τη Ρουμανία για να διευκολύνει έναν φίλο του γιατί εκείνος ήταν μαυρισμένος στον Τειρεσία. Πήγε λοιπόν έκανε μια εταιρεία στην οποία φαινόταν εκείνος διαχειριστής, έδωσε ένα πληρεξούσιο στο συνεταίρο του φίλου του και από κει και μετά όλα πήγαιναν μόνα τους. Τόσο μόνα τους όμως όπου το χρέος έφτασε τα 680 εκατ.Lei. Πήγαιναν τόσο μοναχικά που η υπόθεση μεταβιβάστηκε στη χώρα μας, άρχισαν τα πήγαινε-έλα με τις ανακριτικές αρχές και κινδυνεύει πλέον ο 70χρονος κυρ Βασίλης από την Εκκάρα Δομοκού να βρεθεί κρατούμενος στις Ρουμάνικες φυλακές.

«Εγώ δεν ασχολήθηκα ποτέ και αυτά τα πράγματα αποδεικνύονται μόνο με μια υπογραφή που έβαλα, την οποία χρησιμοποίησαν στη συνέχεια για να γίνει ότι έγινε» λέει ο ίδιος, περιγράφοντας το δράμα το οποίο βιώνει καθώς το τελευταίο τετράμηνο του έχουν στερήσει τη δυνατότητα να εισπράττει ακόμη και τα 10 € την ημέρα που είναι η Προνοιακή σύνταξη που έχει πάρει. Έχουν μπλοκάρει τους λογαριασμούς με συνέπεια να μην έχει χρήματα να αγοράσει όχι τα προς το ζην αλλά ούτε τα φάρμακά του. Πρόκειται για μια περιπέτεια την οποία γνωρίζει ολόκληρη η περιοχή. Πρόκειται για μια περιπέτεια η οποία έχει επιβάλλει σε ένα ολόκληρο χωριό να προσπαθούν να προσφέρουν ό,τι είναι δυνατόν από τα καθημερινά και αναγκαία μέχρι οτιδήποτε άλλο στον 70χρονο γέροντα.

Ιδιαίτερα δακρύβρεχτο και το γράμμα το οποίο κοινοποίησε καθώς από τη μια πλευρά παραδέχεται ότι πήγε στην Κοστάντζα της Ρουμανίας για να εξυπηρετήσει έναν φίλο του να ανοίξει ένα μαγαζί, όπως επίσης εξιστορεί πως υπέγραψε για τον συνέταιρο του φίλου του και τον εξουσιοδότησε να το χειρίζεται. Ο πρώην φίλος του και εκείνος που τον είχε μπλέξει σε όλη αυτή την ιστορία έχει πεθάνει πριν από 5 ή 6 χρόνια. Ο ίδιος δεν γνωρίζει ούτε για το μαγαζί ούτε για την τύχη του όπως ισχυρίζεται. Τόσο η Ελληνική όσο και η Ρουμανική δικαιοσύνη φαίνεται να έχουν καταλήξει ότι ίδιος προσωπικά δεν είχε καμία συμμετοχή σε ό,τι αφορά την επιχείρηση, αλλά αντίθετα όμως η συγκεκριμένη επιχείρηση δεν έκανε τίποτα άλλο παρά να παράγει οφειλές στο Ρουμανικό Δημόσιο.

«Σήμερα με κατηγορούν ακόμη και για σύσταση εγκληματικής οργάνωσης και ξέπλυμα μαύρου χρήματος» δηλώνει ο ίδιος καταθέτοντας την έκπληξή του για τις βαρύτατες κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζει και δείχνει να έχει μεγαλύτερο άγχος για την περίπτωση που θα μπορούσε να εκδοθεί στη Ρουμανική δικαιοσύνη. Ο ίδιος γνωρίζει ότι διαδικασίες ευθανασίας στη χώρα μας δεν ισχύουν και ότι ουσιαστικά το γράμμα το οποίο απευθύνει δεν πρόκειται να του δώσει ακόμα και την οποιαδήποτε λύση. Ουσιαστικά εκλαμβάνεται σαν μια κραυγή αγωνίας μπροστά στις οποιεσδήποτε εξελίξεις με βάση τους ανοιχτούς λογαριασμούς που έχει με τη δικαιοσύνη.

«Έχω πει σε όλους τους τόνους ότι το σφάλμα μου να βάλλω εκείνη την υπογραφή το έχω πληρώσει, βρίσκομαι σήμερα σε αυτή την κατάσταση. Αντίθετα αυτοί που χρησιμοποίησαν την υπογραφή μου έχουν γίνει με περιουσίες και εταιρείες στην Ελλάδα και το εξωτερικό, αλλά αυτό είναι κάτι που δεν έχει σχέση με αυτό που τραβάω εγώ σήμερα.» λέει και ξαναλέει ο ίδιος και παραπονιέται μάλιστα ότι σε κάποιες περιπτώσεις που πήρε τηλέφωνο το γιο του πρώην φίλου του επιχειρηματία, όπως λέει σήμερα, αλλά δεν πήρε καμία απάντηση, καθώς θεωρεί ότι παίχτηκε ένα παιχνίδι στις πλάτες του και ότι τον χρησιμοποίησαν εξαπατώντας το Ρουμανικό Δημόσιο, που έχει σήμερα αυτές τις τρομακτικές απαιτήσεις.

«Αναγκάστηκα να κάνω αυτή την επιστολή για να τελειώνει αυτό το αφόρητο μαρτύριο»  λέει ο ίδιος , τονίζοντας ότι η ψυχική του κατάσταση και ο εξευτελισμός είναι και ανίατα, όπως σημειώνει. Μάλιστα ζητά προκαταβολικά συγχώρεση από τον Αρχιεπίσκοπο για το αίτημά του για ευθανασία, τονίζοντας με νόημα ότι «Δεν έχω το θάρρος να δώσω μόνος μου το τέλος μου και πιστεύω ότι δεν έχω κανένα δικαίωμα», όπως χαρακτηριστικά σημειώνει στο κείμενο της επιστολής του.

Όλο το χωριό

Είναι χαρακτηριστικό ότι στην Εκκάρα Δομοκού η ιστορία του 70χρονου είναι ευρύτερα γνωστή. Το κυριότερο είναι ότι στην περιοχή γνωρίζουν πρόσωπα και γεγονότα, αλλά ακόμη και αυτούς με τους οποίους φέρεται να είχε συναλλαγές ο συγκεκριμένος. Στις περισσότερες περιπτώσεις χαμογελούν με νόημα καθώς γνωρίζουν πλέον από πρώτο χέρι πως παίχτηκε όλο αυτό το σκηνικό.

Όλο το χωριό είναι εκείνο το οποίο στέργει τον 70χρονο για τις καθημερινές του ανάγκες. Όλο το χωριό του συμπαρίσταται, όχι βεβαίως στο αίτημα το οποίο κατέθεσε στο Δήμαρχο αλλά και στα Υπουργεία περί ευθανασίας, αλλά του συμπαρίστανται με κάθε τρόπο για να του εξασφαλίσουν διατροφή και διαμονή.
Πηγή