Γράφει η Μάρη Γαργαλιάνου
«Δύο ημερομηνίες είναι η ζωή μας. Γεννιέσαι, πουλάς ένα παραμύθι, πεθαίνεις»…

Φίλε μου καλέ, όταν μου ‘πες αυτή την κουβέντα δεν ξέρω, σαν να πάγωσα λίγο. Για του λόγου το αληθές, είπες κάτι κλισεδιάρικο, όμως τα μάτια σου πετούσαν φωτιές κι η στιγμιαία σου αφοπλιστική αύρα με ταρακούνησε για τα καλά. Σ’ ευχαριστώ.

Δύο ημερομηνίες λοιπόν. Η πρώτη ήδη γνωστή και για τη δεύτερη ούτε λόγος. Τρέμεις μόνο στη σκέψη της κάποιες φορές και κάποιες άλλες το παίζεις καμπόσος και ταΐζεις τον κοσμάκη φούμαρα λαχταριστά ότι τάχα μου εξοικειώθηκες με την ιδέα του θανάτου γιατί «βρήκες το νόημα». Αλήθεια; Σοβαρά; Μωρέ, πες το μας και σ’ εμάς!

Γεννιέσαι. Κλαις. Γελάς. Μπουσουλάς. Όρθιος. Πέφτεις. Σηκώνεσαι. Προσπαθείς. Αντέχεις. Πέφτεις ξανά και φτου κι απ’ την αρχή.

Κάπως έτσι τραβάει χρόνια η ιστορία λοιπόν κι ας μεγάλωσες ένα κλικ παραπάνω. Μαθητούδι για αρχή, φοιτητούδι στη συνέχεια και στο χάος της μάνας Ελλάς και της εκάστοτε «μάνας» κυνηγάς όνειρα, στόχους και πατρίδες δανεικές.

Ξεπροβάλλουν έρωτες, ξεφουσκώνουν στο πέρασμά τους σαν μπαλόνια φανταχτερά παιδικών πάρτι και πονάς, ανθρωπάκο μου, κι ο εγωισμός σου πληγώνεται και το συρτάρι ασφυκτιά από λογαριασμούς απλήρωτους, το ψυγείο αδειάζει κι έχεις να δώσεις ένα κάρο αναφορές για το πώς πάει αυτή η πουτάνα η ζωή σου σε γονείς, προϊσταμένους, άκυρους και κάνα δυο περαστικούς.

Δε θες να στεναχωρήσεις κανένα και να περιγράψεις αυτό το «χάλι» –ούτε καν τους περαστικούς!– και γι’ αυτό θα φορέσεις μια μάσκα και θα προσποιηθείς ένα «όλα καλά!» συνοδευόμενο από ένα χαμόγελο δακρυσμένο.

Κι εδώ, πριν περάσουμε στα παρακάτω θα που πω περήφανα και ξεκάθαρα το εξής: Φταις! Δε φτάνει που ‘χεις τα ζόρια σου, προβάρεις και τις υποκριτικές σου ικανότητες σε κάθε ευκαιρία.

Σου φυτέψανε ήδη στο τρυφερό σου μυαλουδάκι από πολύ νωρίς πως πρέπει να απαντάς ευγενικά σε όλους, πρέπει να είσαι «καλός» κι «αρεστός» και πως πάντα –αυτό είναι μια πιο υπόγεια φυτεμένη ιδέα– πρέπει όλους να τους ικανοποιείς και να είσαι «σοβαρός» και «ηθικός», γιατί «τι θα πει ο κόσμος;!».

Έπεσες στην παγίδα, φίλε μου, και μαζί με ‘σένα κι εγώ κι η Μαίρη κι ο Κώστας κι η Ελπίδα. Η «Ζωή» το παλεύει ακόμα. Διαρκώς στον αγώνα απεγκλωβισμού της από τις κοινωνικές χιλιοαναθεματισμένες συμβάσεις, στην πρώτη γραμμή πολεμά.

Ξέρεις τι συμβαίνει; Είναι θλιβερό όλο αυτό. Από όπου κι αν το πιάσεις. Δε νομίζω πως γεννηθήκαμε για να αποδεικνύουμε διαρκώς κάτι, ή ποιοι είμαστε, ή να δίνουμε αναφορά τι θέλουμε να κάνουμε, ή να γίνουμε. Αυτό είναι πόνος, αυτομαστίγωση, καταπίεση και μάντεψε· πέσαμε στη λούμπα της.

Κάνε μια βόλτα από Επείγοντα σε κανένα νοσοκομείο, άραξε σε σαλονάκι γενικής εφημερίας, νιώσε αυτό το κακό, πράσινο, σάπιο του τοίχου μέσα σου και μετά έλα να μου πεις δυο φωνήεντα.

Είσαι υγιής; Βαστάς στα πόδια σου γερά; Άσε τους να λένε όλους και να ρωτάνε πληροφορίες πάσης φύσεως για ‘σένα, να σε συμβουλεύουν «για το καλό σου» και πάντα να «απαιτούν» μια ακόμα αναφορά. Τρέλανέ τους. Όχι για να τους «την πεις», ή να εκδικηθείς, αλλά για σένα.  Κάνε τη διαφορά και ζήσε.

Δεν είναι ανάγκη να δεις το τέρας του θανάτου με τα μάτια σου προκειμένου να εκτιμήσεις τη ζωή. Αυτά είναι χαζομάρες. Λίγο αυτοσεβασμός χρειάζεται για να ορθώσεις ανάστημα ξανά, να σου χαμογελάσεις και να πεις:

«Εδώ είμαι λοιπόν, δυνατός, υγιής και θα ζήσω για μένα μα τη ζωή που θέλω εγώ με τις επιλογές, τα λάθη και τα πάθη μου κι αν αυτά πηγαίνουν ακόμα και πακέτο, ας φάω τα μούτρα μου. Το φταίξιμο δικό μου κι ίσως μεγάλο μα η μαγκιά μου μεγαλύτερη. Για άλλον κανένα η δική μου ζωή».

Δύο ημερομηνίες βαστάει το παραμύθι μας λοιπόν και την πρώτη την ξέρουμε. Γέννηση. Η δεύτερη αγνοείται κι όσο κι αν θέλουμε να πιστέψουμε πως είμαστε αθάνατοι, ή κάτι τέτοιο, ξέρουμε πως η ιστορία αλλιώς θα μας μιλήσει.

Το αστείο είναι πως το πότε είναι υπερφυσικά άγνωστο! Δυστυχώς η δεύτερη ημερομηνία που κλείνει το κομμάτι σου κι η αυλαία πέφτει δεν προβάρεται ούτε προγραμματισμένη είναι.  Όχι, δε θέλω να σε τρομοκρατήσω. Απλός ρεαλισμός. Να σε αφυπνίσω θέλω.

Πριν λοιπόν η ιστορία μας μιλήσει αλλιώς, θα γράψουμε εμείς τη δική μας ή με χέρια σταυρωμένα θα μιζεριάσουμε, θα αφήνουμε το χρόνο νωθρά και βαρετά να κυλάει, θα δίνουμε αναφορές ωσάν σωστοί στρατιώτες και θα τα παρατάμε στην πρώτη στραβή κλαψουρίζοντας και χτυπώντας το κεφάλι μας στον τοίχο;

Ας ξυπνήσουμε παρακαλώ!

Πηγή