Με μπαράζ φορολογικών ελέγχων απειλούνται χιλιάδες φορολογούμενοι…
Στην υπηρεσία της Φορολογικής Διοίκησης έχουν τεθεί το Σώμα Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος, το γνωστό μας «ΣΔΟΕ» και το Κέντρο Ελέγχου Φορολογουμένων Μεγάλου Πλούτου (ΚΕΦΟΜΕΠ).
Όπλα των φορολογικών αρχών, η άμεση άρση του τραπεζικού απορρήτου, η επέκταση της χρονικής έκτασης του ελέγχου στο παρελθόν και οι διατάξεις περί προσαύξησης περιουσίας, ένα νομικό οπλοστάσιο που κάθε άλλο πάρα θα πρέπει να μας εφησυχάζει. Οι έλεγχοι ανάγονται στο παρελθόν και οι φορολογούμενοι καλούνται να δικαιολογήσουν όλες τις τραπεζικές τους κινήσεις για χρονικό διάστημα, συνήθως, άνω των δέκα ετών. Με τον τρόπο αυτό μετακυλίεταιτο βάρος απόδειξης στον κάθε φορολογούμενο ξεχωριστά και η διοίκηση τον καλεί να δικαιολογήσει συναλλαγές, που είναι αδύνατον να θυμάται. Επιπλέον, η προχειρότητα αυτών των ελέγχων είναι τέτοια, που στις περισσότερες περιπτώσεις, ο ελεγχόμενος εκτός από το άγχος της δικαιολόγησης των τραπεζικών του κινήσεων, επιβαρύνεται και με τεχνικά λάθη που η ίδια η Φορολογική Διοίκηση πραγματοποιεί. Εύκολα αντιλαμβανόμαστε, πως μια τέτοια περιπέτεια είναι εξαντλητική, επιβάλλοντας στον κάθε ελεγχόμενο ένα τεράστιο οικονομικό, ψυχικό και κοινωνικό κόστος που είναι αρκετά δύσκολο στη διαχείριση του.

Το χειρότερο πράγμα που συμβαίνει πλέον είναι πως πρώτα γίνεται η δέσμευση των τραπεζικών λογαριασμών των ελεγχομένων, και κατόπιν πληροφορούνται οι τελευταίοι πως ελέγχονται. Πλέον οι περισσότερες περιπτώσεις συμπολιτών μας μαθαίνουν ότι είναι σε έλεγχο γιατί δοκιμάζουν να κάνουν χρήση κάποιας χρεωστικής ή πιστωτικής κάρτας και αυτή δεν γίνεται δεκτή καθότι έχουν μπλοκαριστεί οι λογαριασμοί τους.

Το βασικότερο νομικό εργαλείο ελέγχου τα τελευταία χρόνια είναι η διάταξη περί προσαύξησης περιουσίας.

Όπως μας αναφέρει ο κ. Μιχάλης Μαρκουλάκος, δικηγόρος και ίσως ένας από τους πλέον ειδικούς στο αντικείμενο των φορολογικών ελέγχων, η διάταξη περί προσαύξησης περιουσίας σε συνδυασμό με τον τρόπο που η φορολογική αρχήπραγματοποιεί τον έλεγχο της, δημιουργεί πολύ σοβαρά ερωτήματα ορθότητας και νομιμότητας των συγκεκριμένων φορολογικών ελέγχων. Μέσα από ένα αμφισβητούμενο, και εν πολλοίς, άδικο νομικό πλαίσιο, η Φορολογική Διοίκηση επιδιώκει την επιβολή φόρων και προστίμων αναγόμενη στο παρελθόν, ακόμη και από το 1999, διαχέοντας μια αίσθηση ανασφάλειας σε κάθε φορολογούμενο πολίτη, ελεγχόμενο ή μη, που κάθε άλλο παρά συνάδει με την ασφάλεια δικαίου, που οφείλει να επικρατεί σε μια ευνομούμενη πολιτεία. Ιδίως δε η δέσμευση των τραπεζικών λογαριασμών των ελεγχομένων από τον Οικονομικό Εισσαγελέα, για όλες πλέον τις φορολογικές υποθέσεις, ωσάν όλοι να έχουν φοροδιαφύγει ενώ ο έλεγχος δεν έχει καν ξεκινήσει επί της ουσίας, είναι μία βαθιά άδικη διαδικασία που πρέπει να σταματήσει. Δεν μπορεί να αντιμετωπίζονται άπαντες ως ένοχοι νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες επειδή απλώς ελέγχονται φορολογικά δίχως ακόμη να έχουν ελεγχθεί.

Εμπειρικά, η άθροιση του συνόλου των πιστώσεων σε λογαριασμούς των ελεγχομένων (είτε αφορούν πρωτογενείς είτε δευτερογενείς πιστώσεις) είναι συνήθως 5-8 φορές το πραγματικό ποσό χρημάτων που έχει στην κατοχή του ο ελεγχόμενος και κυκλοφορεί μεταξύ των τραπεζικών του λογαριασμών. Δεν είναι λοιπόν λογικά δυνατό να δεσμεύονται οι λογαριασμοί όλων των ελεγχομένων στη βάση πλασματικών, μη φιλτραρισμένων αθροίσεων.

Πρακτικά, με τον τρόπο αυτό σταδιακά εξελίσσεταιένα κράτος δίκαιου σε κράτος είσπραξης φόρου με κάθε μέσο και τρόπο κατά πάντων. Παρ’ όλα αυτά ο κ. Μαρκουλάκος μας ενημερώνει πως η ελληνική δικαιοσύνη και ειδικότερα το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών, με τρεις αποφάσεις του (Δ.Εφ.Αθ 2829/2015, Δ.Εφ.Αθ 2828/2015, Δ.Εφ.Αθ 2885/2015), ακύρωσε πράξεις επιβολής φόρων, καθώς οι φορολογικές αρχές άσκησαν την εξουσία τους καταστρατηγώντας το νόμο, διευρύνοντας υπέρμετρα την χρονική περίοδο του ελέγχου και ερμηνεύοντας διασταλτικά την έννοια της προσαύξησης περιουσίας.

Ο ίδιος μας επεξηγεί την σύνθετη μεθοδολογία υπεράσπισης που χρησιμοποιεί για τους πελάτες του και τονίζει, ότι οι φορολογικοί έλεγχοι έχουν εξελιχθεί σε τέτοια κλίμακα, που είναι αδύνατον για κάποιον που δεν γνωρίζει σε βάθος το νομικό πλαίσιο και δεν χειρίζεται με πληρότητα λογιστικές και οικονομικές πρακτικές, να μπορέσει να τους παρακολουθήσει και να ανταποκριθεί με επιτυχία, διασφαλίζοντας τα συμφέροντα του πελάτη του. Ζητάμε από αυτόν να μας αποκαλύψει τη μέθοδο που ακολουθεί και ο ίδιος μας αναφέρει:

«Κάθε υπόθεση φορολογικού ελέγχου, για εμάς συνιστά μια πρόκληση. Τόσο εγώ όσο και οι συνεργάτες μου, έχοντας πίστη στον άδικο και εν πολλοίς εξοντωτικό, χαρακτήρα αυτών των ελέγχων, αναλαμβάνουμε τις υποθέσεις των πελατών μας, σαν να ελεγχόμασταν εμείς οι ίδιοι. Εν τάχει σας λέω ότι, τα στάδια χειρισμού μιας υπόθεσης, φορολογικού ελέγχου είναι τα εξής:

1ον: Απαιτείται η διασταύρωση και δικαιολόγηση των ελεγχόμενων τραπεζικών κινήσεων, μέσω πλέγματος νομικών διατάξεων, λογιστικών τεχνικών και φορολογικών διεξόδων. Ενδεικτικά:

τυχόν χρηματικά ποσά που υπήρχαν στους λογαριασμούς του ελεγχόμενου με ημερομηνία 31.12.1999 δεν ελέγχονται και μπορούν να χρησιμοποιηθούν για ανάλωση κεφαλαίου
τυχόν χρηματικά ποσά που προέρχονται από δανειακές συμβάσεις ή συμβάσεις δωρεών αφαιρούνται και τυγχάνουν ειδικής φορολογικής μεταχείρισης. Προ της 1.4.2008 οι δωρεές είχαν φόρο 0% μεταξύ συγγενών α’ βαθμού (με κλίμακα από κάποιο ποσό και άνω) ενώ από την 1.4.2008 κι εφεξής έχουν φόρο 10%.
τυχόν χρηματικά ποσά που προέρχονται από μισθώσεις ακινήτων αφαιρούνται και τυγχάνουν ειδικής φορολογικής μεταχείρισης
τυχόν χρηματικά ποσά που προέρχονται από πωλήσεις ακινήτων αφαιρούνται και τυγχάνουν ειδικής φορολογικής μεταχείρισης. Είναι δε εφικτό, αν έχει γίνει υποτιμολόγηση κατά την αγοραπωλησία ενός ακινήτου, να γίνει διόρθωση συμβολαίου και να πληρωθεί φόρος μεταβίβασης στο επιπλέον τίμημα μόνο 3%. Κατά τον τρόπο αυτό δικαιολογείται στον πωλητή το επιπλέον ποσό που κατατέθηκε στους τραπεζικούς του λογαριασμούς
τυχόν χρηματικά ποσά που προέρχονται από λήξη προθεσμιακών καταθέσεων δεν αποτελούν πρωτογενές εισόδημα και δεν φορολογούνται
τυχόν χρηματικά πόσα που προέρχονται από πωλήσεις μετοχών, ομολόγων και άλλων άϋλων τίτλων (μέχρι το 2014) δεν φορολογούνται
τυχόν χρηματικά ποσά που μεταφέρονται από άλλο πιστωτικό ίδρυμα δεν αποτελούν πρωτογενές εισόδημα και δεν φορολογούνται
τυχόν χρηματικά ποσά που προέρχονται από επαναπατρισμό κεφαλαίων δεν αποτελούν πρωτογενές εισόδημα και δεν φορολογούνται.
περαιώσεις που τυχόν έχει κάνει ο φορολογούμενος δεν λαμβάνονται υπόψιν από τις φορολογικές αρχές, καθότι θεωρείται ότι υπάρχουν νεά επιβαρυντικά στοιχεία που προέκυψαν από το άνοιγμα λογαριασμών. Ασχέτως της βασιμότητας ή μη της συγκεκριμένης θέσης, η περαίωση σε κάθε περίπτωση διαδραματίζει ρόλο στην τελική χρέωση του φορολογούμενου, καθότι αντιμετωπίζεται ευμενώς

2ον Συνεχίζουμε με έλεγχο των φορολογικών στοιχείων του ελεγχόμενου και τυχόν συνδικαιούχων των ελεγχόμενων τραπεζικών λογαριασμών, προκειμένου να διαμοιραστούν πρωτογενείς καταθέσεις που δεν μπορούν να δικαιολογηθούν μέσω των διασταυρώσεων του πρώτου σταδίου. Με τον τρόπο αυτό, το ποσό που δεν μπορεί να δικαιολογηθεί φορολογικά μειώνεται συντριπτικά

3ον Τα συμπεράσματα των δύο ανωτέρω σταδίων παρουσιάζονται ενώπιον της Φορολογικής Διοίκησης. Σε περίπτωση που δεν γίνουν αποδεκτές από τη Διοίκηση οι απόψεις του φορολογουμένου η υπόθεση θα ακολουθήσει την δικαστική οδό. Στο στάδιο αυτό υπάρχουν πολλά νομικά αλλά και πραγματικά επιχειρήματα που μπορούν να οδηγήσουν σε ολική ακύρωση του τυχόν προστίμου και των προσαυξήσεων. Μάλιστα, ήδη οι δικαστικές αποφάσεις είναι άκρως ενθαρρυντικές προς την κατεύθυνση αυτή. Οι αποφάσεις του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών αποφάσεις (2828/2015, 2829/2015, 2885/2015 ΔΕφΑθ) σε συνδυασμό με αποφάσεις που κρίνουν επί του ζητήματος της παραγραφής (π.χ. ΔΕφΧανίων 24/2013), ανατρέπουν ελλιπώς τεκμηριωμένους ισχυρισμούς του φορολογικού ελέγχου και θέτουν εν αμφιβόλω την αποτελεσματικότητα του ελεγκτικού οπλοστασίου της φορολογικής διοίκησης για τα χρόνια πριν από το 2010 ως προς όλες τις προβεβλημένες κατηγορίες υποθέσεων (προσαύξηση περιουσίας, λίστα Λαγκάρντ, offshore κ.λπ.). Εμπεδώνουν όμως τις αρχές του κράτους δικαίου σε μια πολύ κρίσιμη εποχή.

Ο ίδιος επισημαίνει, ότι σε κάθε περίπτωση οι φορολογούμενοι δεν πρέπει να φοβούνται και να καταβάλλονται από πανικό. Τόσο οι προσφυγές ενώπιον την Διοίκησης, όσο και η δικαστική πορεία αμφισβήτησης ενός φορολογικού ελέγχου έχουν καταδείξει, μέχρι τώρα, ότι μπορεί μεν αρχικώς η Διοίκηση να φαίνεται παντοδύναμη αλλά η σωστή προετοιμασία, η πρόληψη και η εγρήγορση των φορολογουμένων αποτελούν ανασταλτικά, και πολλές φορές και ανακόπτοντα στοιχεία αυτής της ελεγκτικής παράκρουσης».
Πηγή