Μία από τις πιο σημαντικές αιτίες χρόνιας διάρροιας στα παιδιά ηλικίας έως 2 ετών είναι η αλλεργία στην πρωτεΐνη του γάλακτος αγελάδας…

Το ποσοστό αυτής της αλλεργίας κυμαίνεται από 0,5 έως 7,5% και παρατηρείται κατά τα δύο πρώτα έτη της ζωής, συνήθως σε ηλικία μικρότερη των 6 μηνών (2 εβδομάδες – 2 μήνες) και συνήθως υποχωρεί έως την ηλικία των 2 ετών, με τη δίαιτα αποκλεισμού και με την ωρίμανση του ανοσολογικού συστήματος.

«Θεραπευτικά, στα βρέφη που θηλάζουν αφαιρούνται από την τροφή της μητέρας το γάλα και τα γαλακτοκομικά προϊόντα.

Τα βρέφη που δεν θηλάζουν σιτίζονται μέχρι την ηλικία των 2 ετών και σε βαριές περιπτώσεις των 3 ετών, με γάλα που περιέχει υδρολυμένη πρωτεΐνη σε μεγάλο βαθμό. Τα βρέφη που δεν ανέχονται τα πεπτίδια σιτίζονται με γάλα με πρωτεΐνη εκτεταμένης υδρόλυσης.

Το γάλα σόγιας δεν πρέπει να χορηγείται ως υποκατάστατο, γιατί περιέχει μεγάλη αναλογία πρωτεϊνών που εμφανίζουν σε υψηλό ποσοστό (50-60%) διασταυρωμένη αντίδραση με τις πρωτεΐνες του αγελαδινού γάλακτος και προκαλεί εντεροπάθεια και αναφυλακτικού τύπου αντιδράσεις ακόμα και θανατηφόρες. Κάποια βρέφη με αλλεργία στο γάλα αγελάδας παρουσιάζονται με συμπτώματα που είναι πρακτικώς αδύνατο να διακριθούν από αυτά της γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση. Για αυτό το λόγο, 1-2 εβδομάδες δοκιμής υποαλλεργικού γάλακτος είναι δικαιολογημένη», ανέφερε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η αναπληρώτρια καθηγήτρια Παιδιατρικής-Παιδιατρικής Γαστρεντερολογίας στο ΑΠΘ Μαρία Φωτουλάκη.

Να σημειωθεί ότι στο πλαίσιο της 3ης Διακλινικής Επιστημονικής Παιδιατρικής Ημερίδας που θα πραγματοποιηθεί το Σάββατο 5 Μαρτίου στο Ολυμπιακό Μουσείο Θεσσαλονίκης η κ. Φωτουλάκη θα έχει διαδραστική συζήτηση με την παιδίατρο-παιδογαστρεντερολόγο Εύη Καρανίκα με θέμα: “Πότε οι διάρροιες και οι έμετοι είναι αλλεργία στο γάλα. Θέσεις και αντιπαραθέσεις στη διάγνωση και θεραπεία”.

Τι προκαλεί η αλλεργία στο γάλα;

Η αλλεργία αυτή, όπως αναφέρει η κ.Φωτουλάκη, μπορεί να προκαλέσει λίγες ώρες μετά τη λήψη του γάλακτος ναυτία, εμέτους, κοιλιακά άλγη, διάρροια και στοματοφαρυγγικό σύνδρομο (κνησμός, καύσο, αιμωδίες και οίδημα των χειλέων της υπερώας και του φάρυγγα). Επίσης οι εκδηλώσεις της αλλεργίας στο γάλα είναι η αλλεργική ηωσινοφιλική γαστρεντερίτιδα (αλλεργική ηωσινοφιλική οισοφαγίτιδα, γαστρίτιδα και γαστρεντεροκολίτιδα), καθώς και σύνδρομα εντεροπάθειας, εντεροκολίτιδας και πρωκτοκολίτιδας, που εκδηλώνονται αρκετές ώρες έως ημέρες μετά τη λήψη του αγελαδινού γάλακτος.

Η εντεροπάθεια προκαλεί σύνδρομο δυσαπορρόφησης με χρόνια διάρροια, στεατόρροια, εμέτους, μετεωρισμό κοιλίας, αναιμία, γαστρεντερική πρωτεϊνόρροια και καθυστέρηση της σωματικής αύξησης.

Η διάγνωση γίνεται κυρίως με τη βιοψία του λεπτού εντέρου, που αποκαλύπτει κατά τόπους μερική ατροφία των λαχνών. Η εντεροκολίτιδα (φλεγμονή λεπτού και παχέος εντέρου) εκδηλώνεται με χρόνια αιμορραγική διάρροια, αναιμία, εμέτους, μετεωρισμό κοιλίας και καθυστέρηση της σωματικής αύξησης. Η διάγνωση τίθεται κυρίως με τη βιοψία του παχέος και του λεπτού εντέρου.

Η πρωτοκολίτιδα εκδηλώνεται με βλεννοαιματηρές χαλαρές ως διαρροϊκές κενώσεις, αιματοχεσία και επώδυνη αφόδευση σε βρέφη φαινομενικώς υγιή. Η διάγνωση τίθεται με τον ενδοσκοπικό και ιστολογικό έλεγχο του ορθοσιγμοειδούς.

Η γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση

Μία από τις εκδηλώσεις του εμέτου είναι η γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση, δηλαδή η ακούσια επιστροφή του γαστρικού περιεχομένου στον οισοφάγο, λόγω δυσλειτουργίας του μηχανισμού του κατώτερου οισοφαγικού σφιγκτήρα. Το γαστρικό περιεχόμενο μπορεί να περιλαμβάνει σάλιο, υγρή ή στερεά τροφή, γαστρικές, παγκρεατικές ή χολικές εκκρίσεις.

Η “φυσιολογική” παλινδρόμηση, (αυτή που δεν έχει επιπλοκές), όπως αναφέρει η κ. Φωτουλάκη, είναι ένα συχνό φαινόμενο που παρατηρείται στο 40-65% των βρεφών.

Εκδηλώνεται κυρίως με αναγωγές και σπανιότερα με εμέτους και συνήθως υποχωρεί αυτόματα ή με απλά θεραπευτικά μέτρα μέχρι την ηλικία των 12-18 μηνών, λόγω της ωρίμανσης του κατώτερου οισοφαγικού σφιγκτήρα, της εισαγωγής στερεών τροφών στη διατροφή και της συχνότερης όρθιας στάσης του μεγαλύτερου βρέφους.

Σπάνια, όταν η φυσιολογική παλινδρόμηση δεν υποχωρήσει αυτόματα, μέχρι την ηλικία των 2 ετών και εκδηλωθούν επιπλοκές, όπως η οισοφαγίτιδα, η καθυστέρηση της σωματικής αύξησης ή συμπτώματα από το ανώτερο ή το κατώτερο αναπνευστικό σύστημα, τότε πρόκειται για παθολογική παλινδρόμηση, της οποίας η συχνότητα κυμαίνεται ~8%.

Τότε η κατάσταση θα πρέπει να αναφέρεται ως γαστροοισοφαγική παλινδρομική νόσος και έχει πολύ σοβαρότερη πρόγνωση. Υπάρχουν ομάδες παιδιών υψηλού κινδύνου για την εμφάνιση παλινδρομικής νόσου, όπως νεαρά βρέφη και πρόωρα, παιδιά με εγκεφαλική παράλυση, με νοσήματα του αυτόνομου νευρικού συστήματος, με χρόνια αναπνευστική νόσο, καθώς και με ανατομικές ανωμαλίες του οισοφάγου.

«Σε ένα βρέφος με επίμονους εμέτους, ένα προσεκτικό ιστορικό και μία λεπτομερής κλινική εξέταση είναι αρκετά, ώστε να οδηγήσουν τον παιδίατρο στη διάγνωση της “φυσιολογικής” παλινδρόμησης.

Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δοθεί σε προειδοποιητικά σημεία που σηματοδοτούν μία άλλη διάγνωση από αυτή της γαστροοισοφαγικής παλινδρόμισης.

Η κλασική εικόνα μη επιπλεγμένης γαστροοισοφαγικής παλινδρόμησης συνίσταται σε επεισόδια εμέτων ενός παιδιού σε καλή κατάσταση και φυσιολογική αύξηση. Η θεραπευτική προσέγγιση εδώ απαιτεί μόνο καθησύχαση και εκπαίδευση των γονιών του.

Οι γονείς πρέπει να προειδοποιούνται για τυχόν επιπλοκές, όπως η μη επαρκής πρόσληψη βάρους, τα αναπνευστικά προβλήματα και τα προβλήματα σίτισης. Η αύξηση της πυκνότητας του γάλακτος με τη χρήση διαφόρων ουσιών μπορεί να θεωρηθεί αποδεκτή θεραπευτική επιλογή. Κάποια βρέφη με αλλεργία στο γάλα αγελάδας παρουσιάζονται με συμπτώματα που είναι πρακτικώς αδύνατο να διακριθούν από αυτά της γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση.

Για αυτό το λόγο, 1-2 εβδομάδες δοκιμής υποαλλεργικού γάλακτος είναι δικαιολογημένη. Επίσης, η χορήγηση οδηγιών ως προς την στάση του βρέφους είναι απαραίτητη», αναφέρει η κ. Φωτουλάκη.