«Ολοκληρώνω την επίσκεψη αυτή στη Συρία, μαζί με τον Δρ. Peter Salama, Περιφερειακό Διευθυντή της UNICEF, λίγο πριν την… πέμπτη επέτειο του πολέμου αυτού. Το προηγούμενό μου ταξίδι είχε γίνει την παραμονή της τρίτης επετείου, δύο χρόνια δεινών πριν. Τώρα, η κατάπαυση των εχθροπραξιών προσφέρει στο λαό της Συρίας τη δυνατότητα της ειρήνης.

Παντού όπου έχω επισκεφθεί – στη Δαμασκό, τη Χομς, τη Χάμα και την Αλ Σαλαμέγια – οι άνθρωποι μιλούσαν για την ελπίδα. Την ελπίδα ότι θα υπάρξει ειρήνη, την ελπίδα ότι η ειρήνη μπορεί να βρεθεί και πέρα από ένα διπλωματικό κομμάτι χαρτί, την ελπίδα ότι η ειρήνη θα επιστρέψει στην καθημερινή τους ζωή. Τα παιδιά που συνάντησα στις σχολικές τους τάξεις μίλησαν για τις ελπίδες τους για το μέλλον τους – ως γιατροί, μηχανικοί, δάσκαλοι.

Καθώς διέσχισα τις γραμμές μέσα στην περικυκλωμένη γειτονιά του Αλ Βαέρ, είδα πράγματα που δεν είχα δει πριν από δύο χρόνια – καταστήματα ανοικτά, ανθρώπους να κυκλοφορούν ελεύθερα, παιδιά να μαθαίνουν στις τάξεις τους πάνω από το έδαφος, αντί να κρύβονται σε υπόγεια από το φόβο των ελεύθερων σκοπευτών. Ακόμη και στην γκρεμισμένη παλιά πόλη της Χομς, άνθρωποι που εκτοπίστηκαν από τις συγκρούσεις, επιστρέφουν.

Και το σημαντικότερο, ανώτεροι κυβερνητικοί αξιωματούχοι στη Δαμασκό έχουν συμφωνήσει ότι μαζί με την Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας και τους εταίρους μας, συμπεριλαμβανομένου του Υπουργείου Υγείας, μπορούμε να προχωρήσουμε αμέσως στο σχεδιασμό και την υλοποίηση ενός εθνικού προγράμματος εμβολιασμών κατά των παιδικών ασθενειών. Αυτό θα απαιτεί διαρκή πρόσβαση σε όλες τις πολιορκημένες και δυσπρόσιτες περιοχές, και ότι τόσο η κυβέρνηση όσο και οι αντίπαλες ένοπλες ομάδες θα διευκολύνουν την πρόσβαση σε όλα τα παιδιά της Συρίας.

Αλλά μαζί με αυτή την ελπίδα υπήρχαν ακόμη τα σημάδια του ολέθρου και οι σκληρές αποδείξεις του τιμήματος που έχουν πληρώσει τα παιδιά εξαιτίας του πολέμου. Ολόκληρες γειτονιές που έχουν ισοπεδωθεί. Ένα κέντρο για παιδιά στο Αλ Βαέρ, πρώην ορφανοτροφείο, χτυπήθηκε από επίθεση όλμων πριν από δύο χρόνια που σκότωσε οκτώ παιδιά, τραυματίζοντας άλλα 30.

Στη Χομς, οι γιατροί με πήγαν σε ένα χειρουργικό θάλαμο, που περιέθαλπαν ένα θύμα που μόλις είχε πυροβοληθεί στο πρόσωπο από έναν ελεύθερο σκοπευτή. Οι γιατροί είχαν μόνο παλιά χειρουργικά εργαλεία με τα οποία μπορούσαν να αφαιρέσουν κομμάτια από την διαλυμένη γνάθο του ασθενούς. Το αναισθητικό φάρμακο είχε περάσει την ημερομηνία λήξης του.

Οι γιατροί, νοσηλευτές, και ιδιαίτερα ο πατέρας του θύματος, εξέφρασαν την οργή τους – όχι μόνο προς την κυβέρνηση, η οποία εξακολουθεί να αρνείται την πρόσβαση σε χειρουργικές και ιατρικές προμήθειες σε αυτές τις περιοχές, αλλά και στα Ηνωμένα Έθνη και σε ολόκληρο τον κόσμο. Δεν μπορούμε να κατηγορήσουμε αυτόν τον πατέρα – γιατί ο κόσμος έχει επιτρέψει αυτή την δυστυχία να συνεχίζεται για πέντε ολόκληρα χρόνια.

Σε όλους αυτούς με τους οποίους συναντηθήκαμε, μαζί με την Hanaa Singer, Εκπρόσωπό μας στη Συρία, υποσχεθήκαμε ότι η UNICEF θα συνεχίσει να κάνει ό, τι μπορεί για να υποστηρίξει τη Συρία, όχι μόνο στην κάλυψη των επειγουσών ανθρωπιστικών αναγκών, αλλά και στην ανάκαμψη και την ανάπτυξη.

Πράγματι, αυτή η ανάπτυξη λαμβάνει χώρα σήμερα. Γιατί κάθε φορά που εκπαιδεύουμε ένα παιδί από τη Συρία, όπου κι αν βρίσκεται, βοηθάμε να οικοδομήσουμε το μέλλον της Συρίας.

Κατά τη διάρκεια των τελευταίων πέντε ετών, με τους εταίρους μας, όπως η Συριακή Αραβική Ερυθρά Ημισέληνος, η UNICEF έχει προσεγγίσει πάνω από 10 εκατομμύρια ανθρώπους, κυρίως παιδιά, με υπηρεσίες παροχής νερού, υγείας και διατροφής, εκπαίδευση και συμβουλευτική υποστήριξη.

Αλλά υπάρχουν τόσα πολλά περισσότερα παιδιά να φτάσουμε. Υπάρχουν περισσότερα από οκτώ εκατομμύρια παιδιά που χρειάζονται βοήθεια: έξι εκατομμύρια στο εσωτερικό της Συρίας και πάνω από δύο εκατομμύρια που έχουν καταφύγει σε γειτονικές χώρες εξαιτίας της βίας.

Εμείς θα κάνουμε το καλύτερο δυνατό για να ανταποκριθούμε σε αυτή την πρόκληση.»