Τον διπλασιασμό του προστίμου για την αδήλωτη εργασία από τα…
10.550 ευρώ που είναι σήμερα σε τουλάχιστον 20.000 ευρώ ανά ανασφάλιστο ζήτησε από το υπουργείο Εργασίας, κλιμάκιο των δανειστών, στο πλαίσιο υπογραφής Μνημονίου συνεργασίας των θεσμών και του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας με τη συμμετοχή και του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας (ILO).

Οι εκπρόσωποι των δανειστών μάλιστα απέρριψαν την πρόταση του ΣΕΠΕ για μείωση του νέου γενικού προστίμου στα 3.500 ευρώ και κλιμάκωση του ανά περίπτωση υπογραμμίζοντας ότι η αποτελεσματική αντιμετώπιση της «μαύρης εργασίας» συνδέεται άμεσα με το ακανθώδες θέμα του ασφαλιστικού, μέσω της αύξησης της εισπραξιμότητας των εισφορών και της τόνωσης των εσόδων των Ταμείων. Μάλιστα οι δανειστές αξίωσαν με επιτακτικό τρόπο την είσπραξη των ποσών που έχουν επιβληθεί στις επιχειρήσεις μέχρι σήμερα.

Επισήμαναν δε ότι το φαινόμενο της ανασφάλιστης εργασίας είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το ύψος των ασφαλιστικών εισφορών και τη φορολογική πολιτική και ζήτησαν τον διπλασιασμό του προστίμου. Μία πρόταση όμως που επίσης απορρίφθηκε από την ελληνική πλευρά.

Σύμφωνα με πληροφορίες ο ειδικός γραμματέας του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας Γιάννης Σούκος είχε προτείνει μεταξύ άλλων την επιβολή κλιμακωτών προστίμων για την παράβαση της εργατικής νομοθεσίας, μειώνοντας το πρόστιμο για την αδήλωτη εργασία στα 3.500 ευρώ και υποχρεώνοντάς τους παραβάτες εργοδότες να προσλάβουν τον ανασφάλιστο εργαζόμενο για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα.

Με αυτό τον τρόπο το υπουργείο Εργασίας θεωρεί ότι οι επιχειρηματίες θα συνετιστούν, ενώ τα «λογικά» πρόστιμα που θα επιβάλλονται θα μπορούν να εισπραχθούν από το Σώμα.

Σημειώνεται ότι μέχρι σήμερα το ποσοστό των προστίμων που εισπράττονται δεν ξεπερνά το 20%, καθώς η πλειοψηφία των επιχειρηματιών στρέφονται στην δικαστική οδό με αποτέλεσμα στην καλύτερη περίπτωση η δίκη να τελεσιδικήσει μετά από 15 χρόνια.

Οι συζητήσεις αναμένεται να συνεχιστούν κατά τη διάρκεια του μήνα, καθώς οι δύο πλευρές έχουν συμφωνήσει στην υπογραφή Μνημονίου Συνεργασίας, με τη συμμετοχή και του ILO.
Πηγή