Γράφει ο Σπύρος Ριζόπουλος
Οι δηλώσεις Μουζάλα περί του ενδεχομένου…
να κηρυχθεί σε πρώτη φάση η Αττική σε «κατάσταση έκτακτης ανάγκης» χωρίς να αποκλείεται στη συνέχεια η επέκταση του μέτρου σε ολόκληρη τη χώρα, στην ουσία σημαίνουν μια de facto πολιτική επιστράτευση. Κι αυτό μεταφράζεται σε υποχρεωτική παροχή υπηρεσιών από άτομα, οργανισμούς και φορείς που επιτάσσονται, καθώς επίσης και επίταξη πόρων και μέσων που είναι απαραίτητα για την παροχή αυτών των υπηρεσιών. Ακόμη κι αν δεν είναι κάτι τέτοιο σήμερα στις προτεραιότητες του υπουργού, θέλει τα χέρια λυμένα για να φτάσει εκεί αν χρειαστεί.

Ο Μουζάλας και είναι προς τιμήν του, δεν ανήκει στην κατηγορία των επαγγελματιών της πολιτικής που συνήθως εμφανίζονται καθησυχαστικοί και διαβεβαιώνουν πως όλα είναι υπό έλεγχο. Το αντίθετο. Βλέπει αυτό που έρχεται και ανοίγοντας το θέμα της κατάστασης έκτακτης ανάγκης κάνει δυο πράγματα:

Πρώτον, προετοιμάζει την κοινή γνώμη για τον εγκλωβισμό χιλιάδων προσφύγων στην Ελλάδα. Μάλιστα έδωσε και συγκεκριμένο αριθμό, μιλώντας για 70.000 πρόσφυγες. Αυτό σημαίνει πως έχει στοιχεία που συνθέτουν μια πολύ συγκεκριμένη εικόνα της κατάστασης. Ουδείς μπορεί να τον κατηγορήσει πως δραματοποιεί επικοινωνιακά το ζήτημα, όταν οι προσφυγικές ροές προς την Ελλάδα συνεχίζονται, με τους όλους τους βόρειους γείτονές μας να κρατούν κλειστά τα σύνορά τους. Πρακτικά, αυτό σημαίνει πως αν δεν ανακοπούν οι ροές αυτές από τις επιχειρήσεις του ΝΑΤΟ – κάτι για το οποίο οι πάντες έχουν σοβαρούς λόγους να αμφιβάλλουν- τότε πολύ σύντομα όλη η χώρα θα έχει μετατραπεί σε ένα απέραντο hot spot. Η εικόνα της εθνικής οδού με τους πρόσφυγες να πεζοπορούν προς τα βόρεια σύνορα της χώρας είναι μόνον ο πρόλογος στο «κυρίως θέμα» που θα δούμε σύντομα.

Δεύτερον, στις έκτακτες συνθήκες που διαμορφώνονται αντικειμενικά θα ήταν σενάριο καταστροφής να περιμένει κανείς τα πράγματα να λειτουργήσουν με τους όρους και τους ρυθμούς της γραφειοκρατίας του δημοσίου. Δεν είναι μόνο το θέμα κάποιων αναγκαίων προσλήψεων, στο οποίο εστιάζουν ορισμένοι την κριτική τους. Είναι σίγουρα κάτι πολύ περισσότερο από αυτό. Όπως έδειξε μέχρι σήμερα η εμπειρία, τη λύση στα hot spots έδωσε ο στρατός. Στις συνθήκες που πρόκειται να δημιουργηθούν αν δεν συμφωνηθεί ευρωπαϊκή λύση για το προσφυγικό, θα πρέπει όλοι όσοι εμπλέκονται στη διαχείριση του ζητήματος να λειτουργούν με την αποτελεσματικότητα του στρατού. Και για αυτό κατά τη γνώμη μου στην ουσία μιλάμε για μια de facto πολιτική επιστράτευση.

Ξενίζει ίσως πολλούς το γεγονός πως ο υπουργός μιας αριστερής κυβέρνησης προχωράει σε αυτή την κατεύθυνση, καθώς είναι ζητήματα που προκαλούσαν «αλλεργία» στον συγκεκριμένο πολιτικό χώρο. Είναι τύχη που ο Μουζάλας δεν επιδεικνύει την ιδεοληπτική στάση που τηρούν όλοι οι υπόλοιποι συνάδελφοί του στα θέματα της αρμοδιότητάς του. Όταν μια κατάσταση ξεφεύγει δεν μπορείς να κάθεσαι να την κοιτάς και να την αντιμετωπίζεις με θεωρίες ή με την απάθεια του «λιασίματος» όπως η προκάτοχός του. Γι αυτό και παρά τις όποιες αντιδράσεις εκδηλωθούν, ευελπιστώ πως ο Μουζάλας θα πρέπει να το πάει μέχρι τέλους. Όταν η χώρα αντιμετωπίζει τη μεγαλύτερη κρίση στην πρόσφατη ιστορία της μετά τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο θα ήταν εγκληματικό η πολιτική ηγεσία της χώρας να τοποθετείται με όρους «φιλολογικού σαλονιού». Γι αυτό και κατά τη γνώμη μου η «κατάσταση έκτακτης ανάγκης» που φαίνεται πως ξεκινάει από την Αττική με την πολιτική ανοχή της Δούρου, θα πρέπει γρήγορα να επεκταθεί και στις περιφέρειες Βορείου και Νοτίου Αιγαίου, στις οποίες οι δύο γαλάζιοι περιφερειάρχες μέχρι σήμερα έναντι του ζητήματος έχουν υπάρξει απολύτως … διακοσμητικοί. Κάποιος πρέπει να κάνει «κουμάντο» κι αφού δεν μπορούν ή δεν θέλουν οι τοπικοί περιφερειάρχες, είναι υποχρέωση τις κεντρικής εξουσίας να πάρει την κατάσταση στα χέρια της.

Τέλος, επειδή όλα θα κριθούν στο επίπεδο της τόλμης, θα πρέπει κατά τη γνώμη μου ο Μουζάλας να σπάσει κι άλλο ένα «ταμπού». Η εγκατάσταση καταυλισμών/στρατοπέδων προσφύγων (λίγη σημασία έχουν οι χαρακτηρισμοί) στην ηπειρωτική ενδοχώρα έχει ένα όριο που αν ξεπεραστεί θα πυροδοτήσει αντιδράσεις του τοπικού πληθυσμού. Τα Γιαννιτσά είναι μια πρώτη προειδοποίηση. Θα πρέπει λοιπόν να μπει πάνω στο τραπέζι και η αξιοποίηση ακατοίκητων νησιών – όχι ακριτικών αλλά σχετικά κοντινών προς την Αθήνα – για να καλυφθούν τέτοιες ανάγκες. Κι όσο πιο γρήγορα δημιουργηθούν σε αυτά οι απαραίτητες υποδομές διαβίωσης τόσο το καλύτερο για όλους…