Υπάρχουν πολλά που η Τουρκία θα πρέπει να κάνει, προκειμένου το ταχύτερο να… εξευρεθεί λύση στο Κυπριακό, δήλωσε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Νίκος Αναστασιάδης κληθείς να σχολιάσει τη συνέντευξη του Τούρκου Υπουργού Εξωτερικών Μεβλούτ Τσαβούσογλου που δημοσιεύει η εφημερίδα “Ο Φιλελεύθερος”.

“Δεν είναι θέμα δημόσιας αντιπαράθεσης, αλλά θέσεων τις οποίες καλά γνωρίζουμε ότι η Τουρκία ακόμα τηρεί και οι οποίες δεν ανταποκρίνονται στις ανησυχίες των Ελληνοκυπρίων,” ανέφερε απαντώντας σε ερωτήσεις δημοσιογράφων μετά το πέρας του μνημοσύνου του υπαρχηγού της ΕΟΚΑ Γρηγόρη Αυξεντίου, στο Μαχαιρά.

“Πιστεύω”, πρόσθεσε, “τα μηνύματα να ληφθούν τελικά υπόψη για να πετύχουμε το συντομότερο δυνατόν αυτό που επιδιώκουμε”.

Ερωτηθείς για αναφορές του κ. Τσαβούσοβλου στο εδαφικό και το περιουσιακό, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας σημείωσε ότι «εδαφικό και περιουσιακό, εξ όσων είπε (ο Τσαβούσογλου), θα πρέπει να συζητηθούν μαζί, οι χάρτες θα μείνουν στο τέλος”.

Ο Πρόεδρος Αναστασιάδης ανέφερε πως “αυτό που επίσης σημειώνω είναι την αναφορά όσον αφορά τις εγγυήσεις ότι δεν θα πρέπει να είναι απειλή τουλάχιστον για τους Ελληνοκύπριους. Μένω μέχρι εδώ.”

“Ο διάλογος για το Κυπριακό δεν είναι δια των Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας ή δια συνεντεύξεων που θα γίνει αλλά στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων”, τόνισε καταλήγοντας στις δηλώσεις του ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας.

Τίποτε δεν θα μας απομακρύνει από την προσπάθεια λύσης
Προσπάθεια να κλείσουν πληγές δεκαετιών καταβάλλεται στο διάλογο για επίλυση του Κυπριακού, δήλωσε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Νίκος Αναστασιάδης, σημειώνοντας ότι δεν είναι εύκολο, ωστόσο υπάρχει μια ευκαιρία σήμερα με συγκυρίες που επιτρέπουν να ελπίζουμε ότι μπορεί μέσα από την προσπάθεια που καταβάλλεται να προστατεύσουμε τα ανθρώπινα δικαιώματα, την ενότητα της χώρας, την ελεύθερη διακίνηση, την ελεύθερη εγκατάσταση και την ελεύθερη απόκτηση περιουσίας σε όλη την επικράτεια.

Ο Πρόεδρος Αναστασιάδης, ο οποίος μιλούσε στο εθνικό μνημόσυνο του Γρηγόρη Αυξεντίου στο Μαχαιρά, ανέφερε ότι «ο αγώνας του Γρηγόρη Αυξεντίου, ο αγώνας όλων των Κυπρίων του ‘55-΄59, μπορεί να μην οδήγησε στο μεγάλο και υψηλό στόχο που είχαμε τάξει. Έδωσε όμως τη δυνατότητα στο λαό μας να αναλάβει την τύχη του στα χέρια του, έστω και υπό τις συνθήκες που όλοι γνωρίζουμε».

«Δεν είμαι εξ εκείνων που πιστεύουν πως ήταν αναπότρεπτη η πορεία προς την καταστροφή που πήραν τα πράγματα μετά το 1960», είπε. Είναι γεγονός, πρόσθεσε, «πως στο Σύνταγμα του 1960, υπήρχε έντονο το διχαστικό στοιχείο, υπήρχαν έντονα τα υπερπρονόμια υπέρ της μειοψηφίας, δεν έχω όμως αμφιβολία πως και οι παρεμβάσεις τρίτων οδήγησαν και δημιούργησαν μια απαράδεκτη κατάσταση η οποία σταδιακά μάς οδήγησε στο 1974».

Σύμφωνα με τον Πρόεδρο Αναστασιάδη, «είναι προφανές πως όταν έπρεπε δεν πράξαμε όλα όσα οφείλαμε να πράξουμε για να προστατεύσουμε τους θεσμούς και το κράτος μας».

«Σήμερα στο διάλογο στον οποίο εμπλακήκαμε για την επίλυση του Κυπριακού επιδιώκουμε να κλείσουμε πληγές δεκαετιών», είπε, επισημαίνοντας ότι «δεν είναι εύκολο καθώς, όπως αντιλαμβάνεστε, έχουν δημιουργηθεί δεδομένα και έχουν δυστυχώς παγιωθεί καταστάσεις».

Ωστόσο, τόνισε, «τίποτε δεν θα μας απογοητεύσει και τίποτε δεν θα μας απομακρύνει από την προσπάθεια ειρηνικής επίλυσης του κυπριακού προβλήματος».

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας συνέχισε λέγοντας ότι «δεν υπάρχει άλλος δρόμος για μια πατρίδα που να απαλλαγεί από τους στρατούς κατοχής, που να απαλλαγεί από τα συρματοπλέγματα της διαίρεσης». Μια πατρίδα, είπε, «όπου όλοι οι κάτοικοί της θα παλεύουν καθημερινά για την πρόοδο και την προοπτική, για να κάνουν αυτό το κομμάτι γης ένα παράδειγμα ειρηνικής συμβίωσης και προκοπής».

«Αυτή είναι η μόνη συνταγή από την οποία πιστεύω ότι όλος ο λαός θα κερδίσει, Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι», ανέφερε. Οποιαδήποτε άλλη, πρόσθεσε, «συντηρεί απλώς την ανασφάλεια, την αβεβαιότητα και την αδυναμία πλήρους ανάπτυξης των δυνατοτήτων αυτού του τόπου».

Σήμερα, υπέδειξε, «έχουμε μπροστά μας μία ευκαιρία». Δεν ισχυρίζομαι, είπε, «πως δεν θα υπάρξει άλλη, αλλά αυτή τη στιγμή τουλάχιστον οι συγκυρίες επιτρέπουν να ελπίζουμε ότι μπορεί μέσα από την προσπάθεια που καταβάλλεται, μέσα από την εμπλοκή της ΕΕ που για πρώτη φορά σημειώνεται, μέσα από την αποδοχή του κεκτημένου, να προστατεύσουμε τα ανθρώπινα δικαιώματα, να προστατεύσουμε την ενότητα της χώρας μας, να προστατεύσουμε την ελεύθερη διακίνηση, την ελεύθερη εγκατάσταση, την ελεύθερη απόκτηση περιουσίας αλλά και δουλειάς σε όλη την επικράτεια».

Προσφέρεται, σημείωσε, μια ευκαιρία που οι συγκυρίες υπαγορεύουν ότι θα πρέπει να τις αξιοποιήσουμε.

«Δεν είναι – και θέλω να το τονίσω – με εύκολα λόγια ή συνθήματα που μπορεί να αρέσουν, αλλά στο τέλος να μην ωφελούν», υπογράμμισε.

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ανέφερε ακόμη ότι «σαράντα δύο χρόνια μετά την κατοχή διδασκόμαστε πολλά, βιώνουμε χειρότερα». Θα πρέπει κάποια στιγμή, είπε, «να αποφασίσουμε πως θέλουμε ελεύθερη πατρίδα χωρίς στρατούς κατοχής, χωρίς τον κίνδυνο της διαίρεσης, χωρίς χαμένες πατρίδες».

Θα πρέπει, πρόσθεσε, «να δουλέψουμε με ειλικρίνεια, μέσα από συνθήκες ενότητας, διότι πιστεύω πως όποιες και να είναι οι ιδεολογικές διαφορές που μπορεί να μας χωρίζουν, χωρίς αμφιβολία ένας και μόνο στόχος ενώνει όλους μας, αριστερούς, δεξιούς, σοσιαλιστές, κεντρώους, οποιασδήποτε πολιτικής ή ιδεολογικής τοποθέτησης, από όπου και αν προέρχονται: ο στόχος της απελευθέρωσης».

Και αυτός ο στόχος, υπενθύμισε, «που τον καθόρισαν με αποφάσεις τους Υψηλού Επιπέδου, και ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος και ο αείμνηστος Σπύρος Κυπριανού και οι κατά καιρούς Πρόεδροι αυτής της Δημοκρατίας, δεν είναι άλλος από τον οδυνηρό συμβιβασμό, αν θέλετε, της διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας, αλλά κατά τέτοιο τρόπο που να διασφαλίζεται ότι όλοι είμαστε ιδιοκτήτες της κάθε σπιθαμής γης αυτής της πατρίδας». Πως μπορεί, πρόσθεσε, «διοικητικά να ανήκει η διοίκηση στη μια εκ των δύο κοινοτήτων, αλλά στην ουσία θα ζούμε στην ίδια πατρίδα». Και αυτό, συμπλήρωσε, «είναι που πρέπει να μετρήσει».

Ο Πρόεδρος Αναστασιάδης ανέφερε παράλληλα ότι «ακούω με πολλή κατανόηση εισηγήσεις για επανατοποθέτηση, για επανακαθορισμό της πορείας μας και διερωτώμαι αν αγνοούμε τα όσα μέχρι σήμερα έχουν συμφωνηθεί, ψηφίσματα των Ηνωμένων Εθνών και αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας που εμείς επιδιώξαμε».

Αλλά και την ίδια ώρα, πρόσθεσε, «διερωτώμαι τί είναι αυτό που είναι η εναλλακτική εισήγηση». «Η στρατιωτική αντιπαράθεση;», διερωτήθηκε. Πιστεύει κανείς, συνέχισε, «ότι έχουμε τη δύναμη ή τις συμμαχίες εκείνες που μπορεί να ανατρέψουν τα δεδομένα της κατοχής»;

Συνειδητοποιούμε, διερωτήθηκε, «ότι κάθε χρόνος που περνά παγιώνει τα τετελεσμένα; Κάθε χρόνος που περνά αλλοιώνει τα συστατικά στοιχεία μιας λύσης αξιοπρεπούς»;

Πρέπει, υπέδειξε, “όλοι να συνειδητοποιήσουμε πως πέραν και μακριά από τις όποιες σκοπιμότητες εκείνο που προέχει είναι αυτό που έθεσε υπεράνω όλων, ακόμα και της ζωής του, ο Γρηγόρης Αυξεντίου».

«Έδωσε τη ζωή του για την ελευθερία αυτής της πατρίδας», είπε. Αυτό που του χρωστούμε, πρόσθεσε, «είναι να ξαναέρθουμε σε αυτό το μνημόσυνο και να του πούμε ότι δεν υπάρχει στρατός κατοχής, δεν υπάρχουν οι 43 χιλιάδες κατοχικά στρατεύματα, δεν υπάρχει διαίρεση, αλλά υπάρχει μια σύγχρονη πατρίδα όπως και εκείνος την οραματίστηκε, που θα είναι πλήρες μέλος της ΕΕ, που θα κατοχυρώνονται τα ανθρώπινα δικαιώματα, που θα έχουμε όλοι δικαίωμα στην ελπίδα, στην προκοπή και στην ανάπτυξη αυτού του τόπου».

Μόνο και τότε μόνο θα τιμήσουμε τη μνήμη του Γρηγόρη Αυξεντίου, είπε καταλήγοντας.