Απαγορευτικό στον ελληνικό γύρο, το κεμπάπ της Μέσης Ανατολής και γενικά… σε ό,τι φαγώσιμο σχετίζεται με τη διεθνή κουζίνα έβαλε η Βερόνα, στη βόρεια Ιταλία, σε μια προσπάθεια να περισώσει την κουλτούρα και την αισθητική της, σε πρώτη φάση στο ιστορικό της κέντρο, το οποίο έχει ανακηρυχθεί μνημείο παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς της UNESCO.

Η σχετική απόφαση τέθηκε σε εφαρμογή πριν από λίγες μέρες κι αφορά το άνοιγμα νέων καταστημάτων με έθνικ φαγητό. “Χάρη σε αυτή την απόφαση δεν θα ανοίγουν πλέον καταστήματα που θα προσφέρουν φαγητό τέτοιου είδους, που μπορεί να έχει επιρροή στην ευπρέπεια της πόλης. Αυτό προστατεύει όχι μόνο την ιστορική και αρχιτεκτονική κληρονομιά μας αλλά και την κουλτούρα της ευρύτερης περιοχής”, δήλωσε χαρακτηριστικά ο δήμαρχος της Βερόνα, Φλάβιο Τόσι, ο οποίος εξελέγη ως ανεξάρτητος μετά τη φυγή του από το ακροδεξιό κόμμα της Λίγκας του Βορρά, στο οποίο ανήκε για χρόνια.
Παρά το γεγονός ότι τα καταστήματα με έθνικ φαγητό έχουν μεγάλη ζήτηση από τους ντόπιους και τους τουρίστες, ηΒερόνα προσπαθεί εδώ και χρόνια να θέσει ένα αυστηρό σχέδιο διασφάλισης της πολιτιστικής κληρονομιάς και των παραδόσεών της. Και δεν είναι η μοναδική, αφού οι κάτοικοι αρκετών ακόμα πόλεων της Ιταλίας που συγκαταλέγονται ανάμεσα στους κορυφαίους τουριστικούς προορισμούς, διαμαρτύρονται για την “εξάπλωση” διαφόρου είδους καταστημάτων μεταναστών, με τη δικαιολογία ότι υποβαθμίζουν τις γειτονιές τους.
Οι αρχές στη Βενετία μάλιστα, εξετάζουν το ενδεχόμενο να υποβάλουν περιορισμό στα καταστήματα, από μίνι-μάρκετ μέχρι μαγαζιά πώλησης αναμνηστικών αντικειμένων, τα οποία έχουν πολλαπλασιαστεί τα τελευταία χρόνια και έχουν ιδιοκτήτες κυρίως Κινέζους ή μουσουλμάνους μετανάστες. Τον Ιανουάριο παρόμοια απόφαση έθεσε σε ισχύ η Φλωρεντία για το ιστορικό κέντρο της.
Υπάρχουν, ωστόσο, και οι φωνές που λένε ότι πίσω από την “προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς” κρύβονται διακρίσεις σε βάρος του όλο και αυξανόμενου αριθμού των μεταναστών στην Ιταλία και ιδιαίτερα των 1,6 εκατ. μουσουλμάνων.