Στα κόκκινα δάνεια βρίσκεται το κλειδί για την ολοκλήρωση της αξιολόγησης, καθώς αν καλυφθεί το μεγάλο χάσμα…
που χωρίζει την κυβέρνηση από τους δανειστές, είναι πολύ πιθανό ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα βάλει πλάτη για να αντιμετωπιστεί το αγκάθι του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) που ζητεί δραστική περικοπή των συντάξεων. Στην εκτίμηση αυτή καταλήγουν κύκλοι της Τραπέζης της Ελλάδος, οι οποίοι επισημαίνουν ότι με τη σκληρή στάση του ΔΝΤ δεν συντάσσονται η Κομισιόν και η ΕΚΤ. ην ίδια εικόνα, άλλωστε, δίνουν και κυβερνητικές πηγές, οι οποίες επισημαίνουν τις διαφωνίες που υπάρχουν μεταξύ των θεσμών και κυρίως τη σκληρή στάση του ΔΝΤ.  

 Αν η κυβέρνηση τα βρει με τους Ευρωπαίους, οι τελευταίοι μπορούν να πιέσουν το ΔΝΤ για να ολοκληρωθεί η αξιολόγηση, σημείωναν πηγές της Τραπέζης της Ελλάδος και εξηγούσαν ότι στο όλο ζήτημα καθοριστικό ρόλο θα παίξει η στάση της ΕΚΤ, η οποία δίνει μεγάλη σημασία στα κόκκινα δάνεια.  

Oι ισορροπίες

 Ολα αυτά, βεβαίως, εφόσον τελικά το ΔΝΤ παραμείνει στο πρόγραμμα, γιατί η σκληρή στάση των στελεχών του αποδίδεται και στη βούληση του διοικητικού μηχανισμού του οργανισμού και κατεξοχήν στον υπεύθυνο Ευρωπαϊκών Υποθέσεων, Πολ Τόμσεν, να αποχωρήσει από την Ελλάδα. Αν η ΕΚΤ συνταχθεί με την Κομισιόν, έλεγαν οι συγκεκριμένες πηγές, οι ισορροπίες εντός της τρόικας θα κλίνουν υπέρ των μετριοπαθών θέσεων στο ζήτημα του Ασφαλιστικού και στο δημοσιονομικό κενό.  

 Επισήμαιναν επίσης ότι το ΔΝΤ διαχρονικά έχει τις δυσμενέστερες εκτιμήσεις για τα οικονομικά μεγέθη, ενώ στο παρελθόν έχει πέσει έξω αρκετές φορές, όπως όταν εκτιμούσε ότι το 2013 η Ελλάδα θα εμφάνιζε έλλειμμα, ενώ τελικά υπήρξε πρωτογενές πλεόνασμα. Χαρακτηριστικά υπογράμμιζαν επίσης ότι στα τέλη του 2014 η αξιολόγηση δεν έκλεισε λόγω μικρής διαφοράς στην εκτίμηση του δημοσιονομικού κενού της τάξης των 800 εκατ. ευρώ, λόγω των αυστηρών υπολογισμών του ΔΝΤ, με τους οποίους συντάχθηκε και η ΕΚΤ.  

Σήμερα, όμως, εκτιμάται ότι η ΕΚΤ μπορεί να κρατήσει διαφορετική στάση εφόσον επιλυθεί η διαφωνία για το θέμα των κόκκινων δανείων, για τα οποία οι δανειστές ζητούν να απελευθερωθεί πλήρως η πώλησή τους, με μόνη προστασία τον νόμο Κατσέλη, αλλά η ελληνική πλευρά επιμένει να τεθούν όρια, προϋποθέσεις και μεταβατικές περίοδοι για την πρώτη κατοικία και τα επιχειρηματικά δάνεια των μικρομεσαίων.    Προϋπόθεση   Από την πλευρά της Τραπέζης της Ελλάδος, έγκυρες πηγές σημειώνουν ότι η δημιουργία αγοράς για την αγοραπωλησία δανείων θεωρείται προϋπόθεση όχι μόνο για την ολοκλήρωση της αξιολόγησης, αλλά και για την οικονομική ενίσχυση των τραπεζών έτσι ώστε να επανέλθουν στην κανονικότητα και να μπορούν να χρηματοδοτήσουν την αγορά. Σε αντίθετη περίπτωση εκφράζεται ο φόβος ότι μπορεί ο φαύλος κύκλος να μη σπάσει και οι τράπεζες να χρειαστούν εκ νέου ανακεφαλαιοποίηση, η οποία θα γίνει με πολύ δυσκολότερους όρους.  

 Το «πακετάρισμα»

  Η απαίτηση των δανειστών για πλήρη απελευθέρωση έχει στόχο να δώσει στις τράπεζες τη δυνατότητα να «πακετάρουν» δάνεια διαφορετικών κατηγοριών τα οποία θα χρησιμεύουν ως εγγύηση για την έκδοση ομολόγων, διαδικασία που είναι γνωστή ως τιτλοποίηση.    Για να εκδοθούν τα ομόλογα θα πρέπει να πωλούνται τα δάνεια, ενώ ο σχεδιασμός των τραπεζών προβλέπει την πώληση «πακέτων» με διαφορετικού είδους δάνεια, π.χ. στεγαστικά κάποιων κατηγοριών μαζί με επιχειρηματικά. Μάλιστα, οι δανειστές ζητούν την απελευθέρωση πώλησης και δανείων που εξυπηρετούνται κανονικά, των λεγόμενων «πράσινων», όπως έγινε στην Ιταλία, έτσι ώστε να εντάσσονται μαζί με τα κόκκινα στα πακέτα που θα μεταβιβάζονται αυξάνοντας την αξία τους.  Αν οι αγοραπωλησίες δανείων απελευθερωθούν, η αξία των ομολόγων θα είναι υψηλή, οπότε οι τράπεζες θα μπορούν να πουλήσουν τα κόκκινα σε καλύτερες τιμές, αποκομίζοντας έσοδα και μειώνοντας τις απώλειες από τα μη εξυπηρετούμενα.

  Σήμερα, οι τιμές που προσφέρονται για την αγορά προβληματικών δανείων είναι εξαιρετικά χαμηλές και γι’ αυτό οι τράπεζες προς το παρόν δεν επιθυμούν να τα πουλήσουν.  Από την άλλη πλευρά, όμως, το άνοιγμα της αγοράς των δανείων και η προοπτική μεγάλων κερδών από αυτά θα αυξήσει την πίεση για είσπραξη με δικαστικά μέσα, σε ένα περιβάλλον όπου οι πλειστηριασμοί πλέον γίνονται πολύ ευκολότερα και γρήγορα με μόνη εξαίρεση όσους δανειολήπτες δικαιούνται να υπαχθούν στον νόμο Κατσέλη.    Γι’ αυτό, άλλωστε, το υπουργείο Οικονομίας εκτιμά ότι η απελευθέρωση ενέχει κινδύνους και υψηλό πολιτικό κόστος και επιμένει στη θέσπιση προϋποθέσεων και περιορισμών.  

   Γιάννης Στουρνάρας  

«Κλείστε τη συμφωνία το ταχύτερο»

 «Κλείστε την αξιολόγηση διότι διαφορετικά ο φαύλος κύκλος δεν θα σπάσει». Αυτό ήταν το κεντρικό μήνυμα που εξέπεμψε ο διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, μιλώντας στην ετήσια γενική συνέλευση των μετόχων την περασμένη εβδομάδα.

  Ο κ. Στουρνάρας επισήμανε με σαφήνεια ότι υπάρχει δυνατότητα να ανακάμψει η οικονομία κατά το δεύτερο εξάμηνο, αλλά βασικές προϋποθέσεις γι’ αυτό είναι «η επίτευξη συμφωνίας για την πρώτη αξιολόγηση του προγράμματος και η ψήφιση των συμφωνηθέντων από τη Βουλή, η προσήλωση στην εφαρμογή του προγράμματος και η ανάληψη πρωτοβουλιών για την εμπέδωση κλίματος πολιτικής και οικονομικής σταθερότητας και την επιστροφή στην κανονικότητα».

 Πίσω από την προσεκτική διατύπωση του κεντρικού τραπεζίτη υπάρχει η εκτίμηση ότι οι εταίροι έχουν «μπουχτίσει» με το ελληνικό ζήτημα και θέλουν να κλείσει η αξιολόγηση το ταχύτερο, χωρίς να υπάρξουν πολιτικές επιπλοκές, είτε με εκλογές είτε με οικουμενική, έλεγαν πηγές που γνωρίζουν τα τεκταινόμενα στην Τράπεζα της Ελλάδος. Οι ίδιες πηγές εκτιμούσαν ότι η κυβέρνηση δεν πρέπει να αναλωθεί σε άλλα πισωγυρίσματα για να αποσπάσει περαιτέρω υποχωρήσεις από τους δανειστές, δεδομένου ότι δεν είναι διατεθειμένοι να τις κάνουν, αλλά αντίθετα να φέρει το θέμα στη Βουλή έτσι ώστε να αναλάβουν και οι βουλευτές τις ευθύνες τους αναλογιζόμενοι το βάρος της «αποστασίας» σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη περίοδο για τη χώρα. Στην ομιλία του ο κ. Στουρνάρας παρουσίασε έναν «δεκάλογο» με τις προϋποθέσεις για έξοδο από την κρίση και τη διατηρήσιμη ανάπτυξη, στον οποίο περίοπτη θέση έχουν η άρση των περιορισμών στις αγορές, οι ιδιωτικοποιήσεις και η αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας, η μείωση των μη επενδυτικών δαπανών του Δημοσίου, η ενθάρρυνση των επιχειρηματικών επενδύσεων, η μεταρρύθμιση στην Παιδεία αλλά και  η στήριξη της κοινωνικής συνοχής.