Η επόμενη μέρα της συμφωνίας μεταξύ της κυβέρνησης και των δανειστών κι ενώ είχε προηγηθεί το μεγαλειώδες αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος την 5η Ιουλίου, έφερε πολύ…
κόσμο του ΣΥΡΙΖΑ αντιμέτωπο με σοβαρά διλήμματα που είχαν φόντο την απογοήτευση.

Συνέντευξη της Η. Διώτη στο 3pointmagazine.gr

Για τους περισσότερους η συνθηκολόγηση ήταν αναπόφευκτη. Το στρατηγικό πλάνο της κυβέρνησης είχε ηττηθεί και η μόνη κόκκινη γραμμή που είχε απομείνει ήταν ο ΣΥΡΙΖΑ να μην αποτελέσει «αριστερή παρένθεση». Κατά τη ρήση «χάθηκε η μάχη, αλλά όχι ο πόλεμος», πολλοί παρέμειναν, ευελπιστώντας σε αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων στην Ευρώπη.

Στον αντίποδα, ένα σημαντικό μέρος του κόμματος, αποτελούμενο από ανθρώπους που έχτισαν από το μηδέν το πιο πετυχημένο -βάσει εκλογικών αποτελεσμάτων- κόμμα της Αριστεράς στην Ελλάδα αποχώρησαν. Πολλοί αισθάνθηκαν προδομένοι και στράφηκαν εναντίον των παλιών τους συντρόφων, χρησιμοποιώντας πολύ σκληρούς όρους στις δημόσιες τοποθετήσεις τους, όπως και στα συνθήματα. Λίγους μήνες μετά τη διάσπαση και τη δημιουργία νέων πολιτικών σχηματισμών, η Αριστερά δείχνει ξανά βαριά πληγωμένη και ακόμη περισσότερο κατακερματισμένη, αλλά και χωρίς σαφή προσανατολισμό. 
Για την Ηρώ Διώτη, πρώην βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ, ο χώρος βιώνει την μεγαλύτερη ήττα του. Σε συνέντευξη που μας παραχώρησε εξηγεί γιατί ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ έχει κερδίσει σε δύο εκλογικές αναμετρήσεις, η Αριστερά βρίσκεται στην πραγματικότητα σε αδιέξοδο, ενώ ταυτόχρονα τονίζει ότι είναι υποχρέωση όσων αποτελούν κομμάτι της να περάσουν από την απογοήτευση στον συνεχή αγώνα που θα καταφέρει να ανατρέψει τις πολιτικές λιτότητας. Η έλλειψη εσωκομματικής δημοκρατίας ήταν εκείνη που σας ώθησε να αποχωρήσετε από τον ΣΥΡΙΖΑ ή το αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων και η συμφωνία για το τρίτο μνημόνιο; Αποχώρησα γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ υπογράφοντας το μνημόνιο, τη συνέχεια ενός οικονομικού προγράμματος που διαλύει περαιτέρω τον κόσμο της εργασίας, δεν θα μπορούσε πια να εκφράσει τα συμφέροντα του κόσμου αυτού, του κόσμου στον οποίον είχε αναφορά.
Σε ότι με αφορά, ήταν σαφές πως ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορούσε να εφαρμόσει μια τέτοια συμφωνία και να παραμείνει ταυτόχρονα ένα κόμμα της αριστεράς. Η απόφαση της ΚΠΕ (Κεντρική Πολιτική Επιτροπή) για ένα συνέδριο σε σύντομο χρόνο προκειμένου να συγκροτηθεί, έστω και την τελευταία ώρα, ένα σχέδιο ρήξης με άμεσες ιεραρχήσεις και προτεραιότητες, έχοντας και όλη την εμπειρία από την διαπραγμάτευση, αγνοήθηκε με τρόπο σκαιό και κυνικό. Με απλά λόγια αποστερηθήκαμε το πολίτικο υποκείμενο το οποίο πολλοί και πολλές από μας, συμμετείχαμε για να δημιουργηθεί και να φτάσει μέχρι εκεί που έφτασε. Το διάγγελμα του Πρωθυπουργού το βράδυ της 20ης Αυγούστου για τη διενέργεια εκλογών με πρόγραμμα την εφαρμογή του μνημονίου, δεν άφησε κανένα περιθώριο για δεύτερες σκέψεις. 
«Η απόφαση της ΚΠΕ για ένα συνέδριο σε σύντομο χρόνο προκειμένου να συγκροτηθεί, έστω και την τελευταία ώρα, ένα σχέδιο ρήξης με άμεσες ιεραρχήσεις και προτεραιότητες, έχοντας και όλη την εμπειρία από την διαπραγμάτευση, αγνοήθηκε με τρόπο σκαιό και κυνικό». -Τι πιστεύετε ότι θα μπορούσε να είχε γίνει διαφορετικά μετά το δημοψήφισμα; Μήπως η έκβαση των διαπραγματεύσεων είχε κριθεί νωρίτερα; Κι αν ναι γιατί; Το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου και η βδομάδα που προηγήθηκε ήταν μια μεγαλειώδης ιστορική στιγμή. Ένας πολύ μεγάλος αριθμός ανθρώπων έκλεισε τα αυτιά του στο φόβο, κυρίως νέοι άνθρωποι και άνθρωποι από φτωχά κοινωνικά στρώματα, και ψήφισαν ΟΧΙ γνωρίζοντας ότι αυτή τους η επιλογή σημαίνει επί της ουσίας σύγκρουση με τους δανειστές. Αυτό λοιπόν το αποτέλεσμα, το οποίο έγινε φανερό ότι η ηγετική ομάδα στην κυβέρνηση δεν το επιθυμούσε, το αγνόησε, και διάλεξε πλευρά στη σύγκρουση. Δεν ισχυρίζομαι ότι τα πράγματα ήταν εύκολα ή απλά, όμως πέντε χρόνια μνημόνιο ήταν ικανά να αποδείξουν και ποιος ήταν ο αντίπαλος και ποια τα όπλα του. Καθ’ όλη όμως τη διάρκεια της διαπραγμάτευσης η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ δεν αξιοποίησε όλα της τα όπλα (να ελέγξει τις τράπεζες, να μην πληρώσει τη δόση, να προβεί σε μονομερείς ενέργειες προς όφελος των δυνάμεων της εργασίας) και σε κάθε περίπτωση δε μπήκε στη διαδικασία να εφαρμόσει αυτά που είχαμε συλλογικά αποφασίσει.
Βλέποντας εξάλλου αυτό το εξάμηνο τις διαθέσεις και τις προθέσεις των εταίρων, όφειλε να είχε προετοιμάσει ένα δεύτερο σχέδιο σε περίπτωση ρήξης, με προτεραιότητα την κάλυψη των άμεσων αναγκών της κοινωνίας. «Η ρήξη δεν είναι δρόμος εύκολος. Και δεν μπορεί να περιγραφεί και να προετοιμαστεί σε όλη της την έκταση. Θα ναι πρωτόγνωρη κατάσταση. Αλλά τουλάχιστον εμπεριέχει ελπίδα. Τους πιο ενδιαφέροντες δρόμους τους γνωρίζεις πάντοτε περπατώντας τους». -Εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορεί η Ελλάδα να σταθεί στα πόδια της; 
Πριν λίγους μήνες είχατε απαντήσει σε άλλη σας συνέντευξη πως χρειάζεται να γίνει μια συλλογική επεξεργασία πρώτα ώστε να ακολουθήσουν απαντήσεις και ολοκληρωμένες προτάσεις. Έχουν περάσει αρκετοί μήνες από τότε, έχετε δει να γίνονται βήματα προς αυτή την κατεύθυνση; Δεν απαντιέται αυτό το ερώτημα με ένα απλό ναι η όχι. Η Ε.Ε., αποκαλύφθηκε και στα μάτια του πιο καλοπροαίρετου, ότι είναι ένα πεδίο εφαρμογής αντιδραστικών νεοφιλελεύθερων πολιτικών που διαλύουν τον κόσμο της εργασίας και εκχωρούν δημόσιο πλούτο σε οικονομικές ελίτ -που συνεχίζουν να πλουτίζουν εις βάρος των φτωχών ανθρώπων- καθώς και ένα μόρφωμα όπου αξίες όπως η δημοκρατία, η αλληλεγγύη, η ελευθερία έχουν χαθεί, αν υπήρξαν ποτέ στην πραγματικότητα. 
Βλέπουμε τι γίνεται με το προσφυγικό. Ή με την επιβολή οικονομικών μέτρων στις χώρες του νότου και όχι μόνο. Ζούμε έναν ιδιότυπο πόλεμο. Και στις μάχες ή συνθηκολογείς ή αντιστέκεσαι. Έχω ξαναπεί ότι τα καλά νέα προέρχονται από τους λαούς τελικά, άρα με συντονισμένη προσπάθεια και οργάνωση των από κάτω, και όχι μόνο σε μια χώρα, μπορεί να γίνει η όποια αλλαγή. Και από κάπου πρέπει να γίνει η αρχή. 
Η κυβέρνηση αυτή συνθηκολόγησε. Αποδέχτηκε πλήρως το πλαίσιο και εφαρμόζει πίστα το δόγμα της ΤΙΝΑ («δεν υπάρχει εναλλακτική»). Άρα το οποίο σχέδιο ρήξης, δεν μπορεί να προέλθει από κει. Από την άλλη δεν υπάρχει ακόμα ένα συγκροτημένο υποκείμενο που να διεκδικήσει αλλαγή πορείας και να έχει ευρεία απεύθυνση στον κόσμο, που έχει και θυμό και απογοήτευση. Η ρήξη δεν είναι δρόμος εύκολος. Και δεν μπορεί να περιγραφεί και να προετοιμαστεί σε όλη της την έκταση. Θα ναι πρωτόγνωρη κατάσταση. Αλλά τουλάχιστον εμπεριέχει ελπίδα. Τους πιο ενδιαφέροντες δρόμους τους γνωρίζεις πάντοτε περπατώντας τους. -Παρά τις υποχωρήσεις και τους συμβιβασμούς, ο ΣΥΡΙΖΑ έχει παραμείνει στην εξουσία για περισσότερο από ένα χρόνο διάστημα στο οποίο έχουν καταγραφεί δύο εκλογικές νίκες και η ψήφιση του ΟΧΙ στο δημοψήφισμα. Αποτελεί ένδειξη ότι η κοινωνία κινείται περισσότερο προς τα Αριστερά; Παλεύουν από καλύτερη θέση πια οι αριστερές δυνάμεις;
 Οι δυο εκλογικές αναμετρήσεις είχαν εντελώς διαφορετικό διακύβευμα. Στις εκλογές του Γενάρη ο ΣΥΡΙΖΑ ψηφίστηκε για να ανατρέψει τις μνημονικές πολιτικές, ενώ το Σεπτέμβρη ετίθετο το ζήτημα της κυβερνησιμοτητας και της καλύτερης διαχείρισης του μνημονίου, έχοντας απέναντι και ένα χρεοκοπημένο πολίτικο προσωπικό. Η υπογραφή του τρίτου μνημονίου από το ΣΥΡΙΖΑ, κάθε άλλο παρά έστρεψε τον κόσμο προς τα αριστερά. Σάρωσε την αριστερά στο σύνολο της, ακόμα και τις δυνάμεις που αντιτάχθηκαν στην κυρίαρχη αφήγηση, και δημιούργησε στο μεγαλύτερο κομμάτι της κοινωνίας την αντίληψη ότι όλοι είναι ίδιοι. Αυτή της η επιλογή, στο όνομα της ιστορίας των κοινωνικών αγώνων και των αριστερών ιδεών και αξιών, συντηρητικοποίει την κοινωνια και αφήνει πρόσφορο έδαφος για να ενισχυθούν ακραίες δυνάμεις, να καλλιεργηθεί η αντίπολιτική και να επικρατήσουν φωνές που εκμεταλλεύονται το φόβο, την οργή και την απογοήτευση των ανθρώπων, σε κατεύθυνση κάθε άλλο παρά προοδευτική. Κι αυτό κατά τη γνώμη μου, είναι και η μεγαλύτερη ήττα για την Αριστερά. 
Πώς μπορεί η εξωκοινοβουλευτική Αριστερά, χωρίς να κάνει εκπτώσεις στον λόγο της, να έχει πρωταγωνιστικό ρόλο όπως κατάφερε ο ΣΥΡΙΖΑ; Δεν είναι καθόλου εύκολο όπως είπα και παραπάνω. Η ήττα είναι σαρωτική. Κι έχουν γκρεμιστεί και βεβαιότητες που είχε ένα μεγάλο της κομμάτι για την κυβέρνηση, για το κράτος, για τα πολιτικά υποκείμενα. Το ζήτημα δεν είναι ο λόγος μόνο, που κατά τη γνώμη μου οφείλει να είναι απλός, κρουστικός, ειλικρινής και ταυτόχρονα να διαπαιδαγωγεί τον κόσμο σε μια άλλη αντίληψη για την οργάνωση της κοινωνίας. Δεν μπορεί να αναπαράγει ευκολίες που η ίδια η πραγματικότητα έχει απορρίψει και οφείλει να επαναπροσδιορίσει το ρόλο της στις νέες συνθήκες, απολογίζοντας σε βάθος τι έχει συμβεί και απαντώντας στα νέα δεδομένα. Αυτό όμως που κατά τη γνώμη μου κινητοποιεί και χειραφετεί τις κοινωνίες, δεν είναι οι πεφωτισμένοι λόγοι από τα πάνω, αλλά το παράδειγμα. 
Η εμπλοκή όλων μας με την καθημερινότητα, με τα πραγματικά προβλήματα, η παρέμβαση όλων μας στα μικρά και μεγαλύτερα μέτωπα που ανοίγονται, με συμβολικούς αλλά και πραγματικούς αγώνες που μπορεί να επιτύχουν μικρότερες ή μεγαλύτερες νίκες. Πρωταγωνίστριες οφείλουν να είναι οι πληττόμενες τάξεις. Και η Αριστερά, δεν μπορεί να τις κοιτά από τα πάνω, αλλά οφείλει να είναι δίπλα τους και έχοντας διαλέξει πλευρά να δώσει μαζί τους μάχες, αφού εν τέλει μόνο έτσι κερδίζονται οι ζωές μας. – Αν υποθέσουμε ότι η κυβέρνηση πέσει, η επικρατέστερη δύναμη είναι η Νέα Δημοκρατία, συνεπώς και αυτή που θα τη διαδεχτεί. Με δεδομένο ότι οι υπόλοιπες δυνάμεις της Αριστεράς, συμπεριλαμβανομένου και του ΚΚΕ, δεν φαίνεται να έχουν μεγάλη απήχηση, συμφωνείτε με το αίτημα που ακούγεται τελευταία στον δρόμο -από αριστερές κυρίως δυνάμεις- για «ανατροπή»;
 Το ζήτημα είναι η ανατροπή αυτής της πολιτικής. Αυτό είναι το αίτημα. Ποτέ για την αριστερά που συμμετείχα και μεγάλωσα, το ζήτημα δεν ήταν η καλύτερη διαχείριση μιας καταστροφικής πολιτικής. Αυτό το επιχείρημα χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον σε εποχές δεκαετίες πριν, και η Αριστερά σθεναρά το αντιπάλεψε. Υπήρχαν τέτοιες δυνάμεις στην Ελλάδα, που εναλλάχθηκαν στην εξουσία και το ΠΑΣΟΚ κατέρρευσε υπό την πίεση της αδυναμίας του να εκπροσωπήσει τα κοινωνικά στρώματα στα οποία είχε αναφορά. Ή η ΝΔ που είχε στον πυρήνα της τη νεοφιλελεύθερη ιδεολογία και εκτοπίστηκε υπό το βάρος των επιλογών της. Επιπλέον, αν κάποιος δεν πιστεύει στα μετρά που εφαρμόζει, πολιτικά απονομιμοποιείται. Αυτά τα παραδείγματα είναι πολύ διδακτικά για την πορεία που έχουν επιλογές που στρέφονται εναντίον του συντριπτικού ποσοστού της κοινωνίας.
 «Ποτέ για την αριστερά που συμμετείχα και μεγάλωσα, το ζήτημα δεν ήταν η καλύτερη διαχείριση μιας καταστροφικής πολιτικής». – Συμμετέχετε στη Δικτύωση Ριζοσπαστικής Αριστεράς, ένα νέο πολιτικό σχήμα. Από πού αντλείτε δύναμη γι’ αυτή τη νέα αρχή (αρκετοί μετά τον συμβιβασμό του ΣΥΡΙΖΑ αποστασιοποιήθηκαν από την πολιτική); Τι λάθη θα θέλατε να αποφύγετε, ατομικά και συλλογικά; Νομίζω ότι δε μας επιτρέπεται να σταματάμε να αγωνιζόμαστε για να αλλάξουμε τις ζωές μας και να υποταχθούμε σε μια ζοφερή κατάσταση που μας επιβάλλουν. Άλλωστε με συλλογικό και οργανωμένο τρόπο, και όχι ο καθένας και η καθεμία, μόνος του και μόνης της, μπορούμε να αλλάξουμε τα πράγματα. Ο ΣΥΡΙΖΑ για μια σειρά μελών ή στελεχών, ως ο φορέας που παλεύαμε για τις ιδέες μας, παρεμβαίναμε στην κοινωνία, συζητούσαμε το τι κάνουμε, οργανώναμε δράσεις, αποτελεί παρελθόν. Ανεξάρτητα, από τα λάθη και τις ευθύνες που αντιστοιχούν στο καθένα και την καθεμιά, μικρότερες ή μεγαλύτερες, οφείλουμε με ειλικρίνεια όπως προείπα να απολογίσουμε με ειλικρίνεια τι έχει συμβεί και να πάμε παρακάτω. 
Το πώς θα λειτουργεί ένα νέο σχήμα, το πώς θα λαμβάνει αποφάσεις, το πώς θα ενημερώνονται οι άνθρωποι που θα συμμετέχουν σ’ αυτό, τα ζητήματα της δημοκρατίας, της μη ανάθεσης, της οριζόντιας οργάνωσης, της σύγκρουσης με φαινόμενα παραγοντισμού και διαδρομισμού, της ανάδειξης της προτεραιότητας των κινημάτων, είναι ζητούμενα. Το να αναταχθούμε και να ανατάξουμε το φρόνημα των εργαζόμενων ανθρώπων, το να οργανώνουμε και να συμμετέχουμε σε κινήματα, στη βάση της ενότητας των αιτημάτων και διεκδικήσεων, καθώς και να είμαστε συμμέτοχοι και συμμέτοχες πολιτικά σε ανασυνθετικές διαδικασίες μέσα στην αριστερά δεν μπορεί παρά να είναι και άμεσος στόχος για μας.

Πηγή