Το κλείσιμο των επιχειρήσεων «ζόμπι», αλλά και τη διάσωση και μεταβίβαση στις τράπεζες των επιχειρήσεων που υπό συγκεκριμένες… προϋποθέσεις μπορούν να καταστούν βιώσιμες, προανήγγειλε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας στην ομιλία του στην ετήσια γενική συνέλευση των μετόχων.

Ωστόσο για τις δεύτερες ο κ. Στουρνάρας υποστήριξε ότι αυτές θα περνάνε στα χέρια των τραπεζών αν οι διοικήσεις τους και οι βασικοί μέτοχοι δεν συνεργάζονται με τα πιστωτικά ιδρύματα για να πετύχουν τη βιωσιμότητά τους. Αυτή η απόφαση είναι και η πλέον ενδιαφέρουσα, καθώς μέχρι σήμερα η δυνατότητα τους περιορίζεται στο να βγάζουν στο σφυρί με ταχύτατες διαδικασίες τα περιουσιακά στοιχεία των εταιριών και να απεγκλωβίζουν κεφάλαια.

Ειδικότερα η νομοθεσία για τα κόκκινα δάνεια προβλέπει ότι αρκεί το 40% των πιστωτών να προσφύγει και να ζητήσει την τοποθέτηση ειδικού διαχειριστή σε μια εταιρία που έχει ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις ή αρνητικό κεφάλαιο και σε διάστημα το αργότερο ένα έτος ο διαχειριστής αυτός να έχει προβεί σε πώληση του ενεργητικού της επιχείρησης ώστε να ικανοποιηθούν οι πιστωτές. Η πώληση του ενεργητικού είναι προφανές ότι αποφέρει ρευστότητα στις τράπεζες την οποία μπορούν να αξιοποιήσουν διοχετεύοντας σε υγιείς επιχειρήσεις ή στην αναδιάρθρωση επιχειρήσεων που μπορούν να γίνουν υγιείς αλλά οι τράπεζες δεν δύνανται να τις ενισχύσουν λόγω εγκλωβισμού της ρευστότητας σε προβληματικές εταιρίες.

Αυτό έχει πολλαπλασιαστικό όφελος και για την οικονομία και για τις ίδιες τις τράπεζες καθώς φεύγουν από τη μέση τα «ζόμπι» τα οποία λειτουργούσαν πέρα από κάθε λογική ανταγωνισμού και σε βάρος των υγιών επιχειρήσεων. Ετσι το σχέδιο της ΤτΕ, πέραν της αναδιάρθρωσης των δανείων τους, προβλέπει να αναλαμβάνονται ενεργητικές πρωτοβουλίες αλλαγής της διοίκησης, της δομής και του επιχειρηματικού σχεδίου της εταιρίας.

ΤΟΛΜΗ

Είναι ξεκάθαρο ότι το μείζον πρόβλημα των κόκκινων δανείων συνεχίζει να αποτελεί βραδυφλεγή βόμβα στα θεμέλια του χρηματοπιστωτικού συστήματος αλλά και της οικονομίας συνολικότερα και αν δεν ληφθούν άμεσα μέτρα για την επίλυση του, είναι ικανό να το τινάξει στον αέρα. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο ο Γιάννης Στουρνάρας υποστήριξε ότι οι τραπεζίτες σε συνεργασία με όλους τους υπόλοιπους φορείς θα πρέπει να αναλάβουν τολμηρές και καινοτόμες πρωτοβουλίες προκειμένου μέσα στην επόμενη διετία να καταγραφεί μια σημαντική μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων στους ισολογισμούς των τραπεζών.

Αναλυτικότερα, για να ισχυροποιηθεί το τραπεζικό σύστημα, όπως υποστήριξε ο κ. Στουρνάρας, θα πρέπει να αντιμετωπιστεί ο όγκος των μη εξυπηρετούμενων δανείων και να εξευρεθούν μόνιμες λύσεις μακροπρόθεσμου χαρακτήρα. Η δημιουργία δευτερογενούς αγοράς μη εξυπηρετούμενων δανείων, η επίσπευση των δικαστικών διαδικασιών και η ευκολία ρευστοποίησης των εξασφαλίσεων από τις τράπεζες, αλλά και η επίτευξη των στόχων που έχουν τεθεί από τις τράπεζες στα πλάνα αναδιάρθρωσης τους, εκτιμάται ότι θα συμβάλει θετικά στη σταδιακή υποχώρηση του ποσοστού των μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Είναι προφανές ότι οι τράπεζες θα πρέπει να ανοίξουν το 2016 τις κάνουλες της χρηματοδότησης προκειμένου να μπορέσει να ανασάνει η αγορά. Φυσικά δεν αναμένεται να βρέξει χρήμα ούτε να πλημμυρίσει από καταθέσεις το ελληνικό τραπεζικό σύστημα. Φάνηκε εξάλλου προχθές που ανακοινώθηκαν τα στοιχεία για τις καταθέσεις του Ιανουαρίου, με τις επιχειρήσεις να περιορίζουν τα υπόλοιπα των τραπεζικών τους λογαριασμών κατά 1,356 δισ. ευρώ στα 14,812 δισ. ευρώ έναντι 16,168 δισ. ευρώ τον Δεκέμβριο του 2015.

ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ

Ομως το μυστικό της απελευθέρωσης ρευστότητας κρύβεται πίσω από τις ρυθμίσεις για τα κόκκινα δάνεια και οι δυνατότητες που προσφέρει η νέα νομοθεσία για τη διαχείριση τους, την άρση απαγόρευσης των πλειστηριασμών σε συνδυασμό με την οικονομική ανάπτυξη και τη αναδιάρθρωση των ισολογισμών τους. Υπολογίζεται σήμερα ότι το 20% των οφειλών επιχειρήσεων προς τις τράπεζες θεωρείται ότι προέρχεται από εταιρίες οι οποίες δεν έχουν καμία προοπτική επιβίωσης. Η διατήρηση αυτών των επιχειρήσεων εν ζωή τα προηγούμενα χρόνια με κεφαλαιοποιήσεις χρεών σπανίως και κυρίως αναχρηματοδοτήσεις το μόνο που έκανε ήταν να εγκλωβίζει τραπεζικά κεφάλαια και να μεταθέτει το πρόβλημα για το μέλλον.

Πωλήσεις περιουσιακών στοιχείων και το 2016

Μελέτη που έγινε εν μέσω της κρίσης από ελεγκτικό οίκο σε 2.959 επιχειρήσεις, προσδιόριζε τον αριθμό των μη βιώσιμων σε 650. Σύμφωνα με την ελεγκτική εταιρία οι χρηματοδοτικές ανάγκες αναδιάρθρωσης των επιχειρήσεων προκειμένου να ξεκαθαρίσει το πεδίο των βιώσιμων και μη βιώσιμων, υπολογίζονταν στα 25 δισ. ευρώ και το κόστος αναχρηματοδότησης αυτών που έχουν βιώσιμα χαρακτηριστικά σε επιπλέον 10 δισ. ευρώ. Ο οίκος εκτιμούσε ότι η αναδιάρθρωση των χρεών των μη βιώσιμων εταιρειών θα απελευθερώσει ρευστότητα, αλλά και περιουσιακά στοιχεία ύψους 2 δισ. ευρώ, τα οποία θα αποδοθούν στην παραγωγή. Με τον τρόπο αυτό θα κινητοποιηθούν κεφάλαια 7 δισ. ευρώ, καθώς η αναχρηματοδότηση της εταιρικής οικονομίας θα δημιουργήσει πολλές ευκαιρίες εξαγορών και συγχωνεύσεων. Αυτό βέβαια απαιτεί αποφασιστικότητα από την πλευρά των τραπεζών ώστε να ξεκαθαρίσουν γρήγορα τα προβληματικά τους χαρτοφυλάκια και να μην προβαίνουν σε άσκοπες αναχρηματοδοτήσεις και ημίμετρα που μεταθέτουν την κατάρρευση προβληματικών εταιριών στο μέλλον.

Μια ακόμα σημαντική πάντως πηγή ρευστότητας είναι η αναδιάρθρωση των ισολογισμών που βρίσκεται σε εξέλιξη και έχει ως στόχους την απαλλαγή από τα μη βασικά περιουσιακά στοιχεία (non-core assets) αλλά και τη μείωση του λειτουργικού κόστους. Η πώληση περιουσιακών στοιχείων που δεσμεύουν κεφάλαια όπως ασφαλιστικές εταιρίες, ξενοδοχεία κλπ είναι δεδομένο πως θα συνεχιστεί και θα ενταθεί το 2016. Ταυτόχρονα θα αρχίσουν να προκύπτουν τα πρώτα οφέλη εξοικονόμησης ρευστότητας από τη μείωση του προσωπικού μέσω των διαδικασιών εθελουσίας εξόδου που πραγματοποιήθηκαν ή πρόκειται να πραγματοποιηθούν το αμέσως προσεχές διάστημα αλλά και από τη μείωση του αριθμού των καταστημάτων τα οποία είναι επικαλυπτόμενα μετά το μπαράζ συγχωνεύσεων των προηγούμενων ετών. Όλα τα παραπάνω είναι προφανές πως δημιουργούν τις προϋποθέσεις ώστε οι τράπεζες να αρχίσουν πραγματικά να ρίχνουν χρήμα στην πραγματική οικονομία μετά από ένα μακρύ χρονικό διάστημα αρνητικής πιστωτικής επέκτασης.