Από τον Γιάννη Βασιλείου

Είθισται κάθε χρόνο μια μέρα πριν την απονομή των Όσκαρ να ανακοινώνονται οι νικητές των Razzies (των «Χρυσών Βατόμουρων» στα ελληνικά), των βραβείων, δηλαδή, για τις…
χειρότερες παραγωγές της χρονιάς.

Ο θεσμός, αν μπορούμε να τον αποκαλέσουμε τέτοιον, ξεκίνησε από τον Στίβεν Γουίλσον, έναν διαφημιστή, που διαμένει στο Λος Άντζελες. Οι πρώτες «τελετές» έλαβαν χώρα στο σπίτι του, όπου ψήφιζαν για τα βραβεία αυτός και οι φίλοι του. Επιστρατεύοντας την τέχνη του, ο Γουίλσον κατάφερε να δημιουργήσει θόρυβο γύρω από αυτό το ετήσιο event κι έτσι σιγά σιγά μεγάλα έντυπα και τηλεοπτικά κανάλια αναφέρονταν στα Razzies και με τα χρόνια απέκτησαν διεθνή φήμη. 
Σήμερα καθένας μπορεί να γίνει μέλος της κοινότητας των Razzies, ανεξαρτήτως ιδιότητας, αρκεί να καταβάλει το ποσό των 40 δολαρίων, ενώ τα μέλη της κοινότητας δεν υποχρεούνται να έχουν δει τις υποψήφιες ταινίες για να ψηφίσουν. Κι αν η απήχηση και το όποιο κύρος του θεσμού έχουν αρχίσει να εξατμίζονται και ο όρος «Χρυσό Βατόμουρο» να εξαφανίζεται από το κινηματογραφικό λεξιλόγιο, υπήρξε μια περίοδος, ιδιαίτερα κατά την δεκαετία των 90’s, που ακόμα και ευυπόληπτα κινηματογραφικά έντυπα (και πένες) ασχολούνταν σοβαρά με το event. 
 Τα Razzies συνήθως χτυπούν πολυδάπανες παραγωγές, που απέτυχαν στα ταμεία – ποτέ εισπρακτικά επιτυχημένα μπλοκμπάστερς-, και ταινίες είδους, που γνώρισαν την μήνη της κριτικής ή όπου πρωταγωνιστεί κάποιος σελέμπριτι, που βρίσκεται στην επικαιρότητα και δέχεται τα πυρά του κίτρινου τύπου. Τα Razzies συνήθως χτυπούν πολυδάπανες παραγωγές, που απέτυχαν στα ταμεία – ποτέ εισπρακτικά επιτυχημένα μπλοκμπάστερς-, και ταινίες είδους, που γνώρισαν την μήνη της κριτικής ή όπου πρωταγωνιστεί κάποιος σελέμπριτι, που βρίσκεται στην επικαιρότητα και δέχεται τα πυρά του κίτρινου τύπου, όπως η Λίντσεϋ Λόχαν ή η Πάρις Χίλτον. Σχεδόν πάντα δηλαδή επιλέγουν τον εύκολο στόχο. Υπήρξαν φορές ωστόσο, ειδικά κατά την πρώτη δεκαετία της ζωής τους, που έκαναν «τολμηρές» επιλογές, αν μπορεί να θεωρηθεί τόλμη ο κανιβαλισμός. 
Επιλέξαμε εκείνες τις πέντε, που προξενούν την μεγαλύτερη έκπληξη. Στάνλεϋ Κιούμπρικ, Υποψήφιος για Χρυσό Βατόμουρο Χειρότερης Σκηνοθεσίας το 1981 για τη «Λάμψη» (The Shining,1980). Και μόνο η ιδέα ότι ο Κιούμπρικ βρέθηκε υποψήφιος στα Razzies, προκαλεί θυμηδία. Στο σινεμά τρόμου ο σκηνοθέτης παραδοσιακά προσπαθεί να σε τρομάξει με εκείνο που δεν βλέπεις στο κάδρο, με το σκοτάδι και τις σκιές να κυριαρχούν. Στη “Λάμψη” ο Κιούμπρικ αντιστρέφει σχεδόν ψυχαναγκαστικά αυτό τον βασικό κανόνα, επιχειρεί να κάνει μια ταινία τρόμου λουσμένη στο φως, όπου τα πάντα είναι εμφανή. 
Η “Λάμψη” όμως είναι πολλά περισσότερα από μια ταινία τρόμου. Είναι μια ταινία ανοιχτή σε πολλαπλές ερμηνείες, κινηματογραφικές και μη – αν θέλετε να κάψετε τα εγκεφαλικά σας κύτταρα αναζητήστε το ντοκιμαντέρ Room 237 – , μια ταινία που αντί να αποκαλύπτεται σε κάθε της επαναληπτική προβολή, γίνεται ακόμα πιο σύνθετη. Κι αυτό οφείλεται στον Κιούμπρικ, που με τέτοια επιμέλεια έχει στήσει κάθε της κάδρο, με τέτοια μαεστρία έχει χορογραφήσει κάθε πλάνο, που σε κάνει να πιστεύεις, πως τίποτα δεν είναι τυχαίο εκεί μέσα. Και δεν είναι. Mπράιαν Ντε Πάλμα, Υποψήφιος για Χρυσό Βατόμουρο Χειρότερης Σκηνοθεσίας το 1984 για τον «Σημαδεμένο» (Scarface,1983) 
Το ριμέικ της θρυλικής ταινίας του Χάουαρντ Χωκς κατέληξε σήμερα να έχει πολύ περισσότερους οπαδούς από το original. Ας είμαστε ειλικρινείς, το Scarface είναι μια ταινία εκνευριστικά δημαγωγική, υπεραπλουστευτική κι ελαφρώς ξενοφοβική, προβλήματα που οφείλονται κατά κύριο λόγο στο επίπεδο σενάριο του «συνήθους υπόπτου» για ανάλογα φιλμικά εγκλήματα, του Όλιβερ Στόουν. Αντί όμως να βρεθεί ο Στόουν στο εδώλιο του κατηγορουμένου, ο Γουίλσον και η παρέα του στοχοποίησαν τον Μπράιαν Ντε Πάλμα, τον κύριο λόγο, που η ταινία απέκτησε και ασκεί γοητεία. Γιατί ο Ντε Πάλμα, για ακόμα μια φορά, αφουγκράζεται την trash αισθητική της εποχής, κινηματογραφεί τα δρώμενα με στόμφο και μεγαλοπρέπεια, στήνει ένα αρμοστά larger than life περιβάλλον γύρω από έναν μαινόμενο Πατσίνο και παραδίδει μια κιτς, αιματοβαμμένη γκανγκστερική όπερα, ελκυστική για όλους τους λόγους, για τους οποίους δεν θα έπρεπε να είναι. 
Να σημειωθεί πως ο Ντε Πάλμα υπήρξε μόνιμος στόχος των Razzies, έχει βρεθεί υποψήφιος άλλες 5 φορές και μάλιστα για ταινίες όπως το Body Double ή το Dressed to Kill. Tangerine Dream, Yποψήφιοι για Χρυσό Βατόμουρο Χειρότερης Πρωτότυπης Μουσικής το 1982 για την ταινία “Thief “(1981) του Μάικλ Μανν Χρειάστηκε η άνοδος του Μάικλ Μαν στο βάθρο των κορυφαίων αμερικανών δημιουργών με ταινίες όπως το “Heat”, το “The Insider” και το “Collateral”, προκειμένου να επανεκτιμηθεί το “Thief” με τον Τζέιμς Κάαν. Η ταινία άρεσε στους κριτικούς στην εποχή της, μάλιστα συμμετείχε και στο διαγωνιστικό πρόγραμμα του φεστιβάλ των Καννών, αλλά δεν γνώρισε ιδιαίτερη εισπρακτική επιτυχία όταν βγήκε στις αίθουσες και με τον καιρό ξεχάστηκε. Ένα από τα πράγματα που αναγνωρίζεις, παρακολουθώντας την σήμερα, είναι το αλάθητο «αυτί» του Μάικλ Μαν για τους ήχους εκείνους που θα δέσουν αρμονικά με τις εικόνες του. 
Για το “Thief” o Μαν θα επιλέξει τους Tangerine Dream, προκειμένου να ντύσουν μουσικά τα νυχτερινά πλάνα του Σικάγο. Με τις synth μελωδίες, που έγραψαν οι Tangerine Dream για το “Thief”, ουσιαστικά προσδιόρισαν το ηχοτόπιο της αστυνομικής περιπέτειας κατά την δεκαετία των ’80s, ενώ θα πρέπει να σημειωθεί πως, δίχως το “Thief” και δίχως το score των Tangerine Dream γι’αυτό, δεν θα υπήρχε το Drive του Νίκολας Γουίντινγκ Ρεφν. Η «επιτροπή» των Χρυσών Βατόμουρων βέβαια, που πάντα έβλεπε μπροστά, φιλοδώρησε την ταινία με υποψηφιότητα για χειρότερο μουσικό score. Ντάνυ Ντε Βίτο, Υποψήφιος για Χρυσό Βατόμουρο Β’ Ανδρικού Ρόλου το 1993 για την ταινία «Ο Μπάτμαν Επιστρέφει» (Batman Returns, 1992) Στην Ευρώπη το “Batman Returns” θεωρείται μία από τις ευτυχέστερες μεταφορές κόμικ στη μεγάλη οθόνη και για αρκετούς η καλύτερη ταινία του Τιμ Μπάρτον. 
Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, όμως, οι κριτικές δεν ήταν τόσο θετικές, ενώ η φήμη του δεν έχει αποκατασταθεί, ακόμα και σήμερα θεωρείται ότι το φιλμ δεν στέκεται στο ύψος του πρώτου Batman. Από αυτό το σημείο όμως μέχρι να βρίσκεται η ταινία στις υποψηφιότητες των Razzies υπάρχει μεγάλη απόσταση. Και ειδικά στην περίπτωση του Ντάνυ Ντε Βίτο. Ο βραχύσωμος κωμικός μέχρι την χρονιά εκείνη ουδέποτε είχε υποδυθεί κάποιον αντιπαθητικό χαρακτήρα, το πλησιέστερο σε τέτοιον ήταν ο απατεωνίσκος δίδυμος αδερφός του Σβαρτζενέγκερ στο Twins, που κατά βάθος όμως είχε καλή καρδιά. Εδώ όμως, υποδυόμενος τον Πιγκουίνο μεταμορφώνεται σε ένα αποκρουστικό πλάσμα, που έχει σκοτώσει κάθε ανθρώπινο συναίσθημα μέσα του πλην της οργής. Ο Ντε Βίτο υπηρετεί το όραμα του Μπάρτον, κινούμενος σαν ζώο, “φτύνoντας” τις ατάκες του, παραδομένος άφοβα σε έναν αδιανόητα αρνητικό χαρακτήρα. Φλερτάρει, ασφαλώς, με το γκροτέσκο είναι ακριβώς αυτό όμως που χρειάζεται το φιλμ. 
Το αποτέλεσμα είναι ένας από τους εικονικούς χαρακτήρες της μπαρτονικής φιλμογραφίας. «Ο Τελευταίος Μεγάλος Ήρωας» (1993), Yποψήφια για Χρυσό Βατόμουρο Χειρότερης Ταινίας το 1994. Το “Last Action Hero” φιλοδοξούσε να γίνει το μεγάλο μπλοκμπάστερ του καλοκαιριού του ’93, είχε για πρωταγωνιστή τον Σβαρτζενέγκερ μετά την κολοσσιαία επιτυχία του Εξολοθρευτή 2, είχε και μια πολυδάπανη διαφημιστική εκστρατεία – η Sony πλήρωσε μισό εκατομμύριο προκειμένου να μπει το logo της ταινίας σε ένα διαφημιστικό λεωφορείο – , ατύχησε όμως να βγει στις αίθουσες μια εβδομάδα μετά το Τζουράσσικ Παρκ, δεν άρεσε ιδιαίτερα και στον κόσμο και τελικά καταποντίστηκε στα ταμεία. Πρόκειται για ένα από τα πιο περίεργα μπλοκμπάστερ, που χρηματοδότησε ποτέ στούντιο, είναι γεμάτο εξωφρενικές ιδέες, ακροβατεί ανάμεσα στο σπιλμπεργκικό παραμύθι και στην μεταμοντέρνα σάτιρα των μοτίβων του σινεμά δράσης. 
Πιθανότατα αυτό το τελευταίο ήταν, που του στοίχισε, ότι κυκλοφόρησε στις αίθουσες πολλά χρόνια πριν ο μεταμοντερνισμός γίνει mainstream. Η παρουσία της πάντως στις κατηγορίες των Χρυσών Βατόμουρων είναι αδικαιολόγητη, ειδικά αν σκεφτείτε, πως σήμερα μια ταινία όπως το Deadpool, με την μισή τόλμη της ταινίας του ΜακΤίρναν, χαιρετίζεται από την κριτική και κάνει 500 εκατομμύρια δολάρια στο παγκόσμιο box-office μέσα σε δύο εβδομάδες.
Πηγή