Η άμεση και αβίαστη απάντηση στο ερώτημα «μπορεί μια χώρα να θέσει σε κίνδυνο την ανάπτυξή της έχοντας ένα υπέρμετρο επίπεδο χρέους» είναι ότι σαφώς και ναι, ιδιαίτερα στην…
περίπτωση πού σωρευτικά υστερεί σε παραγωγική δυνατότητα και η οικονομία της είναι μη ανταγωνιστική. Την θέση μου αυτή μπορώ να την αιτιολογήσω εξετάζοντας το παράδειγμα της Ελλάδας διαχρονικά και μέχρι σήμερα.

Μια απλή παρατήρηση της εξέλιξης του δημόσιου χρέους δείχνει ότι το δημόσιο χρέος από το 2001 μέχρι και σήμερα διαμορφώνεται αυξητικά από το 100% στο 180% του ΑΕΠ άλλοτε με αυξανόμενο κι άλλοτε με μεούμενο ΑΕΠ. Το συμπέρασμα από την παρατήρηση είναι ότι η πορεία του δημόσιου χρέους διαμορφώνεται δυσανάλογα με την διαμόρφωση του ΑΕΠ.

Μια δεύτερη παρατήρηση είναι στην εξέλιξη της ανεργίας στην Ελλάδα σε σχέση με την εξέλιξη του ΑΕΠ κατά την περίοδο 2001 – 2010 όπου ξεκινώντας με ΑΕΠ 152 δισ. μέχρι και 226 δισ., ο μέσος όρος του ποσοστού εργασίας παραμένει στην περιοχή του 9 με 10%. Και να σκεφθεί κανείς ότι στο ενδιάμεσο διάστημα, δηλ. στο 2008 και 2009 το ΑΕΠ ανέβηκε στην περιοχή των 240 δις ευρώ. Το συμπέρασμα από αυτή την παρατήρηση είναι ότι παρά την δραματικά αυξητική πορεία του ΑΕΠ ο μέσος όρος της ανεργίας παραμένει σταθερά στην ίδια κατά μέσο όρο περιοχή του 10%.

Μια τρίτη παρατήρηση πού δανείζομαι από τον Δημήτρη Ιωάννου στο έργο του «Ανατέμνοντας την κρίση», είναι ότι από το 2000 η συμμετοχή του κλάδου των διεθνώς εμπορεύσιμων προϊόντων και υπηρεσιών στο ΑΕΠ ήταν στην περιοχή του 25% με σταδιακή μείωση έτσι ώστε να είναι σήμερα στην περιοχή του 19% σε πλήρη, δηλαδή, αναντιστοιχία με την παραγωγική δυνατότητα της χώρας. Ας αναλογισθεί κανείς ότι η αύξηση του κατά κεφαλήν εισοδήματος προέρχεται από αυτόν τον κλάδο όπου μόνο η σταθερή αύξησή της συμμετοχής του τουλάχιστον κατά 35% στο ΑΕΠ θα ήταν δυνατό να εδραιώσει μια σταθερή αναπτυξιακή πορεία της οικονομίας. Το συμπέρασμα από αυτή την παρατήρηση είναι ότι η απίσχναση του παραγωγικού ιστού της χώρας οφείλεται στο δομικό πρόβλημα της υπερίσχυσης του κλάδου των μη διεθνώς εμπορεύσιμων προϊόντων έναντι εκείνου των διεθνώς εμπορεύσιμων πού, σε συνδυασμό με την εξ αυτού του λόγου στρεβλή υπερκατανάλωση απετέλεσε μια από τις καίριες αιτίες της έξαρσης τόσο του ιδιωτικού όσου και του εξωτερικού δανεισμού.

Μια τέταρτη ειδικότερη παραδειγματική παρατήρηση είναι πάνω στην συμμετοχή του ασφαλιστικού στην αύξηση του δημόσιου χρέους της χώρας. Πιο συγκεκριμένα, δανειζόμενος πρόσφατη δημόσια επισήμανση τού Τάσου Γιαννίτση, αναφέρω ότι τα ελλείμματα του ασφαλιστικού πού καλύφθηκαν από κρατική χρηματοδότηση αντιπροσώπευαν το 83,6% της αύξησης του δημόσιου χρέους στην περίοδο 2000-2009 και το 405,2% της αύξησης του δημόσιου χρέους στην περίοδο 2010-2014. Έτσι, ο προϋπολογισμός χρειάζεται να μεταφέρει σε ετήσια βάση περίπου το 10% του ΑΕΠ για να καλύψει το κενό του ασφαλιστικού συστήματος, σε σύγκριση με τον Ευρωπαϊκό μέσο όρο πού είναι 2½%. Ενός δηλαδή μοιραίου και μη βιώσιμου συστήματος όπου 2,900,000 εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα καλούνται να στηρίξουν 700,000 εργαζόμενους στον δημόσιο τομέα, 1,150,000 ανέργους και 2,700,000 συνταξιούχους, μία αναλογία δηλαδή 1 : 1,5. Το συμπέρασμα από αυτή την παρατήρηση είναι ότι το ασφαλιστικό μαζί με την μισθοδοσία του ευρύτερου δημόσιου τομέα είναι σήμερα πια οι βασικότεροι παράγοντες πού ευθύνονται για την θηριώδη διόγκωση του δημόσιου χρέους της χώρας.

Οι τέσσερις αυτές ανεξάρτητες αλλά απολύτως ενδεικτικές παρατηρήσεις δείχνουν ότι στην καρδιά της ελληνικής οικονομίας υπήρχε και εξακολουθεί να υπάρχει μια κακοήθης υπερπλασία, ένα βαθύ δομικό πρόβλημα πού εμποδίζει την ανάπτυξη και αυξάνει την έκθεση της χώρας στον κίνδυνο της συνέχισης της υπερχρέωσης.

Πέρα, όμως, από τις ανωτέρω διαγνωστικού τύπου παρατηρήσεις, πρέπει να λάβουμε υπόψη και όλους εκείνους τους συμπληρωματικούς παράγοντες και τις προϋποθέσεις πού θα πρέπει να συνεκτιμηθούν ώστε να απαντηθεί το ερώτημα κατά πόσο ένα βαρύ δημόσιο χρέος μπορεί και να μην αποτελεί εμπόδιο στην ανάπτυξη.
Οι παράγοντες αυτοί περιλαμβάνουν την οργανωτική μορφή και το ρόλο του κράτους στην οικονομία, την εκ βάθρων αναδιοργάνωση του ασφαλιστικού συστήματος, την άρση κάθε εμποδίου στη λειτουργία της πραγματικής οικονομίας, την ταχύτερη απονομή της δικαιοσύνης, την ορθολογική και αυτοδύναμη λειτουργία του χρηματοπιστωτικού συστήματος, την επιχειρηματική εξωστρέφεια, την αποτελεσματική παιδεία, την ευελιξία του εργατικού δυναμικού, την βιώσιμη περιβαλλοντική διαχείριση, την διαχείριση του τουρισμού σε συνδυασμό με την ανάδειξη των πολιτιστικών δυνατοτήτων της χώρας, τη ναυτιλία και τον πρωτογενή τομέα πού θα έπρεπε να αποτελεί μαζί με τον πολιτισμό και τον τουρισμό τους βασικούς άξονες ανάπτυξης της Ελληνικής οικονομίας και, τέλος, την ουσιαστική κι εύρυθμη λειτουργία των θεσμών. Όλοι αυτοί οι παράγοντες αποτελούν παράλληλα και τους θεμελιώδεις άξονες της οικονομίας.

Περαιτέρω, οι προϋποθέσεις για τον επαναπροσδιορισμό του ρόλου αυτών των αξόνων πού, ανάμεσα σε άλλα επιδιώκει την μείωση των δαπανών του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για την εκ βάθρων αναδιάρθρωση αυτών των αξόνων και την ουσιαστική αναπτυξιακή τους συμπεριφορά, θα πρέπει να περιλαμβάνουν μια μακρά σειρά διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων σχεδιασμένων με ορθολογισμό, καινοτόμες προσεγγίσεις, τόλμη, σεβασμό σε κεκτημένα δικαιώματα, προσήλωση στον κανόνα μέτρησης κόστους/ωφέλειας, αποτελεσματική και συνεχή επικοινωνιακή διαχείριση και απαλλαγή από το άγχος του πολιτικού κόστους.

Η μεταρρυθμιστική αυτή διαδικασία θα ενισχύσει αφάνταστα την ανταγωνιστικότητα της Ελληνικής οικονομίας. Να περιλαμβάνουν ακόμα άμεσα δραστικά μέτρα- σοκ για την ανάταξη του παραγωγικού ιστού της χώρας και της εν γένει πραγματικής οικονομίας ανάμεσα στα οποία, άρση των capital controls, χαμηλοί φορολογικοί συντελεστές, αναπτυξιακά κίνητρα, δραματική αύξηση του κονδυλίου του ΠΔΕ για την χρηματοδότηση κυρίως έργων υποδομών, ραγδαίες και μαζικές ιδιωτικοποιήσεις, σταθερότητα του φορολογικού συστήματος κ.α. Περιλαμβάνουν, τέλος, την ριζική αναθεώρηση και τον εκσυγχρονισμό του Ελληνικού Συντάγματος ώστε αυτό να υπηρετεί αποτελεσματικά και ουσιαστικά τόσο το συμφέρον των πολιτών όσο και το ευρύτερο εθνικό συμφέρον.

Οι προϋποθέσεις αυτές, σήμερα, απαιτείται να συνυπάρχουν σε ένα συνεκτικό σχέδιο ανάταξης της Ελληνικής οικονομίας πού θα συμπεριλαμβάνει ακόμα προτάσεις κι εργαλεία δημοσιονομικού εξορθολογισμού. Είναι ακριβώς αυτό το σχέδιο πού θα πρέπει να αποτελέσει και τη βάση επαναδιαπραγμάτευσης του 3ου Μνημονίου ώστε από βαθειά υφεσιακό να το μετατρέψει σε έντονα αναπτυξιακό. Στα πλαίσια αυτής της επαναδιαπραγμάτευσης είναι αναγκαίο να προηγηθεί παντός άλλου η συζήτηση για την αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους. Σαν αναδιάρθρωση εννοώ την επιμήκυνση των λήξεων για τουλάχιστον 50 χρόνια και την παροχή περιόδου χάριτος 10ετούς διάρκειας για την εξυπηρέτησή του με κλειδωμένο μηδενικό επιτόκιο και χωρίς καμιά περαιτέρω επιβάρυνση. Την σημασία αυτής της αναδιάρθρωσης σαν μέτρου πρώτης προτεραιότητας μπορεί κανείς να αντιληφθεί αν σκεφθεί ότι η Ελλάδα είναι σήμερα συμβατικά υποχρεωμένη ξεκινώντας από εφέτος και για οκτώ χρόνια να καταβάλλει τόκους ύψους 51 δισ. ευρώ, δηλαδή τόκους περίπου 5 δισ. ευρώ ετησίως με εξαίρεση το 2022 όπου καλείται να καταβάλλει τόκους 18 δισ. ευρώ.

Πώς μπορεί μια οικονομία σε διαρθρωτική κατάρρευση και μία χώρα με την πραγματική οικονομία, από όπου αναμένει να συντηρήσει τη λειτουργία του κράτους, στη μονάδα εντατικής θεραπείας, να περάσει σε φάση πραγματικής ανάπτυξης υπό το άγχος αυτής της εξυπηρέτησης, των συνεχών αξιολογήσεων πού μετατρέπουν υπουργούς σε αυτοσχέδιους λογιστές και διαχειριστές της παράδοσης της εθνικής μας κυριαρχίας; Και λέω πραγματικής ανάπτυξης για να αποστασιοποιηθώ από όλους εκείνους πού ονόμαζαν (και ορισμένοι εξακολουθούν να ονομάζουν) την ονομαστική αύξηση του ΑΕΠ ανάπτυξη. Η αύξηση της κατανάλωσης μόνη της δεν αποτελεί ανάπτυξη. Όπως μόνες τους η αύξηση των δημοσίων επενδύσεων, η αύξηση των ιδιωτικών επενδύσεων και η αύξηση των εξαγωγών δεν είναι ανάπτυξη. Είναι η συνεκτική και διασυνδετική αύξηση όλων αυτών των παραγόντων μαζί πού συνθέτουν την ανάπτυξη της οικονομίας. Αυτή η διαπίστωση καταδεικνύει την ανάγκη της διαρθρωτικής ανόρθωσης της ελληνικής οικονομίας πού δεν είναι δυνατό να επιτευχθεί σε χρονική διάρκεια μικρότερη της δεκαπενταετίας υπό την απαραίτητη προϋπόθεση της συνέπειας στο σχέδιο επίτευξής της.
Μια τέτοια επαναδιαπραγμάτευση προϋποθέτει τέλος εθνική συνεννόηση κι ευθύνη απέναντι στους πολίτες και στην ιστορία, αξιοπιστία και σύστημα. Προϋποθέτει ακόμα πνεύμα οικοδόμησης εμπιστοσύνης ανάμεσα στην πολιτική ηγεσία της Ελλάδας και των διεθνών δανειστών της, επίδειξη ηγεσίας και αποφασιστικό μήνυμα σεβασμού των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας.

Μόνον κάτω από αυτές τις προϋποθέσεις μπορεί η Ελλάδα να ξεφύγει από την βαθειά της ύφεση και να επιτύχει μεσο-μακροπρόθεσμα την ανάπτυξη παρά την βαριά της υπερχρέωση, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι οι μεγάλοι γεωπολιτικοί κίνδυνοι και το προσφυγικό/μεταναστευτικό ζήτημα δεν θα αποτελέσουν ανασχετικούς παράγοντες σε αυτήν την διαδικασία.

Κι αυτά όλα ισχύουν επίσης για κάθε χώρα με τα ίδια ή παρόμοια χαρακτηριστικά.

Ο Γιάννος Γραμματίδης, Επίτιμος Πρόεδρος του Ελληνοαμερικανικού Εμπορικού Επιμελητηρίου είναι ομιλητής του Delphi Economic Forum, που πραγματοποιείται στο Ευρωπαϊκό Πολιτιστικό Κέντρο Δελφών, απο 26 έως 28 Φεβρουαρίου 2016.

Πηγή