π. Βαρνάβα Γιάγκου
Ἡ µετάνοια δέν εἶναι
μιά στατική ἐσωτερική
κατάσταση αὐτολύπησης…

ἤ βελτίωσης τῆς εἰκόνας μας,
ἀλλά εἶναι μιά διαδικασία
ἐπιστροφῆς καί
ἀποκατάστασης
τῆς σχέσης μας με το Θεό.

Στό εὐαγγελικό της ἀνάγνωσµα την Κυριακή ἡ Ἐκκλησία μας διαβάζει τήν παραβολή τοῦ Ἀσώτου συνεχίζοντας τήν προετοιµασία μας γιά τή Μεγάλη Σαρακοστή, πού εἶναι κατ’ ἐξοχήν περίοδος µετανοίας. Ἡ µετάνοια σ’ αὐτήν τήν παραβολή ἔχει ὡς στοιχεῖο τήν ἔννοια τῆς ἐπιστροφῆς.

Ἡ µετάνοια δέν εἶναι μιά στατική ἐσωτερική κατάσταση αὐτολύπησης ἤ βελτίωσης τῆς εἰκόνας μας, ἀλλά εἶναι μιά διαδικασία ἐπιστροφῆς καί ἀποκατάστασης τῆς σχέσης μας μέ τό Θεό. Αὐτό πού εἶναι σηµαντικό εἶναι νά βροῦµε τίς προϋποθέσεις αὐτῆς τῆς ἐπιστροφῆς κι αὐτῆς τῆς σχέσης.

Τά στοιχεῖα εἶναι δύο. Τό πρῶτο εἶναι ἡ βεβαιότητα ὅτι ὁ Θεός εἶναι Πατέρας μας, πού μᾶς συγχωρεῖ καί μᾶς ἀγαπᾶ καί τά πάντα οἰκονοµεῖ, ὄχι πρός μιά ἐφήµερη ψυχική παράκληση ἀλλά πρός μία μόνιμη πορεία σωτηρίας τοῦ “προσώπου” μας. Δέν µπορεῖ δηλαδή νά ὑπάρξει λόγος µετανοίας ἤ ἄσκηση πνευµατική στήν ὁποία νά μήν εἶναι ξεκαθαρισµένο ὅτι ὁ Θεός εἶναι Πατέρας μας.

Αὐτό πού σώζει τόν ἄσωτο υἱό καί τοῦ δίνει τίς προϋποθέσεις ἐπιστροφῆς, σωτηρίας καί ἀποκατάστασης, εἶναι αὐτό πού δέν ξέχασε οὔτε στιγµή στή μακρινή χώρα, οὔτε τήν ὥρα τῆς ἁµαρτίας: ὅτι ὁ Θεός εἶναι σπλαχνικός Πατέρας. Ὅλος ὁ ἀγώνας μας τελικά κι ὅλη μας ἡ ἀναζήτηση εἶναι νά βεβαιωθοῦµε γιά τήν παρουσία καί τή μαρτυρία στή ζωή μας τοῦ Θεοῦ Πατρός.

Ἄν ὁ ἄνθρωπος δέ βεβαιωθεῖ γιά τήν πατρική ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, δέν µπορεῖ νά ἀγωνίζεται. Ἄν ὁ ἄνθρωπος δέν βεβαιώνεται γιά τήν πατρική ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, δέν µπορεῖ νά θεολογεῖ. Ἄν ὁ ἄνθρωπος δέν µπορεῖ νά βεβαιωθεῖ, νά τοῦ μαρτυρήσει ὁ Θεός ὅτι εἶναι Πατέρας του, δέν µπορεῖ νά ἔχει ζωή οὔτε νά κάνει κάτι οὐσιαστικό, δηλαδή κάτι πού νά ἔχει αἰώνια προοπτική, στή ζωή του. Διότι ἀκόµη καί ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν καί ἡ προσωπική του ἄσκηση δέν γίνονται γιά νά διαφυλάξει, νά περιφρουρήσει, νά ἐπαυξήσει, νά ἀναζητήσει αὐτή τή σχέση, ἀλλά γιά νά προσκυνήσει τόν ἑαυτό του. Ἔτσι παλεύει ὁ ἄνθρωπος, µεταξύ συντηρητισµοῦ καί φιλελευθερισµοῦ, µεταξύ ἠθικότητας καί ἀνηθικότητας, καί παιδεύεται. Ἀλλά καί τά δύο πλαίσια, τῆς ἠθικότητας καί τῆς ἀνηθικότητας, εἶναι κόλαση, εἶναι αἰχµαλωσία, ἐφόσον ὁ ἄνθρωπος δέν ἔχει βεβαιωθεῖ γιά τήν πατρική ἀγάπη τοῦ Θεοῦ.

Ὅλος λοιπόν ὁ ἀγώνας µόνο καί τότε µόνο µπορεῖ νά δικαιωθεῖ, ἄν ὁ ἄνθρωπος, πρίν φύγει ἀπό αὐτή τή ζωή, βεβαιωθεῖ γιά τήν πατρική ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Βεβαιωθεῖ ὅτι ὁ Θεός εἶναι Θεός ἀγάπης, συγχωρήσεως καί συγγνώµης. Εἶναι Θεός ὄχι δεδικαιωµένων ἀλλά Θεός µετανοούντων.

Τό δεύτερο στοιχεῖο εἶναι ἡ αἴσθηση τῆς ἀποµάκρυνσης ἀπό αὐτή τή σχέση. Ἡ αἴσθηση τῆς ἔκπτωσης ἀπό αὐτή τή σχέση, πού δέν ἔχει νά κάνει μέ μιά στενή ἔννοια παράβασης ἐντολῆς καί νόµου, ἀλλά ἔχει νά κάνει μέ τήν ἀπώλεια καί τήν προσβολή αὐτῆς τῆς σχέσης.

Ἄν ὁ ἄνθρωπος δέν ἔχει γευτεῖ αὐτή τή σχέση, δέν µπορεῖ νά ὁµιλεῖ περί ἠθικότητας ἤ ἀνηθικότητας. Δέν ἔχει ἀκόμα καταλάβει τήν ἀξία τῶν ἐντολῶν καί τῶν νόµων ὡς παιδαγωγῶν, πού τόν ὁδηγοῦν καί τοῦ ἀσφαλίζουν αὐτή τή σχέση. Ὁ ἄνθρωπος πού δέν ἔχει γευτεῖ τή χαρά, δέν µπορεῖ νά αἰσθανθεῖ καί τήν ἀπώλεια.

Ἡ ἀληθινή µετάνοια δέν εἶναι μιά κακοµοιριά, μιά αὐτολύπηση ὅτι ἀποτύχαµε, ἀλλά ἡ µετάνοια εἶναι ἡ αἴσθηση ἀπώλειας τοῦ παραδείσου. Εἶναι ἡ αἴσθηση ἀπώλειας τῆς πατρικῆς ἀγάπης.

Ἄν ὁ ἄνθρωπος παραδεχτεῖ ὅτι ὁ θησαυρός του εἶναι αὐτή ἡ αἴσθηση, αὐτή ἡ Χάρις τῆς πατρικῆς ἀγάπης, τότε δέν πιέζεται ἀπό κανέναν καί δέν καταπιέζεται γιά νά τηρήσει τίς ἐντολές καί νά διαφυλάξει τήν ἀκεραιότητα τοῦ προσώπου του μακριά ἀπό τήν ἁµαρτία, ἀντίθετα ὁ ἴδιος προσπαθεῖ νά µήν προσβάλει καί νά µήν ἀπολέσει αὐτή τή χαρά κι αὐτή τή Χάρη.

Ἡ αἴσθηση τῆς Χάριτος τῆς Ἀγάπης τοῦ Θεοῦ καί ἡ αἴσθηση τῆς στέρησης καί τῆς ἀπώλειάς Του -ἐξ αἰτίας τῆς φυγῆς μας καί τῆς ἀποσύνδεσής μας ἀπό Αὐτόν- εἶναι τά δύο στοιχεῖα πού μᾶς ὁδηγοῦν στήν ὁδό τῆς σωτηρίας. Ὁ,τιδήποτε ἔξω ἀπό αὐτό τό πλαίσιο, αὐτήν τήν ἐµπειρία κι αὐτό τό βίωµα, εἶναι κόλαση, ἔστω κι ἄν ὁ ἄνθρωπος φαινοµενικά εἶναι ἀναµάρτητος.

Ἄρα τό μέτρο ἠθικῆς, τό μέτρο ἀρετῆς, τό μέτρο ἁµαρτίας γιά τό Θεό δέν ἐξαντλεῖται σέ μιά σχολαστική τήρηση ἐντολῶν οὔτε σέ μιά σχολαστική ἐλεγκτική διερεύνηση δική μας ἤ τῶν ἄλλων γιά τό ποσοστό τῆς ἁµαρτίας μας, ἀλλά ἐξαντλεῖται κι ἐπικεντρώνεται στό ἄν διαφυλάξαµε αὐτή τή σχέση, ἄν πιστέψαµε σ’ αὐτή τή σχέση καί στή χαρά πού μᾶς δίνει.

Ἄν ὁ ἄνθρωπος πραγµατικά πιστέψει ὅτι ἡ ζωή του ὅλη, τά πάντα, εἶναι ὁ Θεός-Πατέρας, τότε πραγµατικά ζεῖ τήν ἐλευθερία τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ καί ὁδηγεῖται σέ μιά πορεία, πού δέν εἶχε προηγουμένως ὑποπτευθεῖ. Ἡ ἀρετή καί ἡ ἁµαρτία εἶναι αἰχµαλωσία, ἄν ὁ ἄνθρωπος εἴτε δέν ἔχει ἀναζητήσει εἴτε ἔχει ἀρνηθεῖ αὐτή τήν ἐµπειρία καί τή βεβαιότητα: ὅτι, δηλαδή, ὁ Θεός εἶναι σπλαχνικός Πατέρας. Ἐξάλλου ἔτσι χαρακτηρίζεται στήν παράδοσή μας τό σημερινό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα: «Παραβολή τοῦ εὐσπλαχνικοῦ Πατρός».

Από το βιβλίο «ΑΜΑΡΤΩΛΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ»  π. Βαρνάβα Γιάγκου,

Πηγή