Αβάπτιστο κοριτσάκι 4 μηνών  μέσα   σε 18  ώρες έχασε τη  ζωή του από πνευμονικό οίδημα στο νοσοκομείο της Κέρκυρας, από την αμέλεια των γιατρών, ενώ οι δικαστές επιδίκασαν στους…
συγγενείς του μόλις το ποσό των 350.000 ευρώ μαζί με τους νόμιμους τόκους για την ψυχική οδύνη που υπέστησαν.

Το αδικοχαμένο κοριτσάκι ήταν δίδυμα με ένα αγοράκι, που  όμως η άτυχη μάνα το έχασε κατά την διάρκεια του τοκετού.

Η πορεία της   τραγικής ξέλιξης  τη ς 4χρόνης άρχισε το τρίτο δεκαήμερο του Σεπτεμβρίου 1998, όταν οι γονείς της 4χρόνης  την μετέφεραν στο νοσοκομείο της Κέρκυρας (12μ.), καθώς είχε παρουσιάσει  απώλεια των αισθήσεων, κυάνωση (το δέρμα της είχε την  απόχρωση του μπλε) και έκανε εμετό.

Το βρέφος εξετάστηκε από δυο επιμελήτριες παιδιάτρους  εκ των οποίων η μια ήταν του παιδιατρικού τμήματος του νοσοκομείου και η δεύτερη υπαγόταν στη δύναμη Κέντρου Υγείας, αλλά λόγω λειτουργικών αναγκών του νοσοκομείου είχε υπαχθεί στο εν λόγω παιδιατρικό τμήμα.

Το  βρέφος κατά την  εξέταση παρουσίαζε «ωχρότητα, κυάνωση,  υποτονία, έντονη αναπνευστική δυσχέρεια και πιθανή εισρόφηση».  Έγιναν εξετάσεις αίματος και ούρων, όπως και ακτινογραφία θώρακος και  σύμφωνα με τον ακτινολόγο δεν υπήρχαν παθολογικά ευρήματα.
Μετά τις εξετάσεις έγινε ανάνηψη με χορήγηση οξυγόνου και συνδέθηκε με monitor για παρακολούθηση.

Παρ΄ όλα αυτά εξακολουθούσε η αναπνευστική δυσχέρεια με 60 αναπνοές ανά λεπτό. Οι αιματολογικές εξετάσεις  της έδειξαν αυξημένο ζάχαρο  134 mg/dl  (φυσιολογικές τιμές 75 έως 115) και κάλιο 5 mEg/L (φυσιολογικές τιμές 2,5 έως 5), ενώ διαπιστώθηκε ότι ο αριστερός πνεύμονας υποαερίζετο.

Το απόγευμα της ίδιας μέρας το βρέφος παρουσίασε κυάνωση γύρω από το στόμα   και μεταφέρθηκε σε τέντα οξυγόνου, καθώς η μάσκα οξυγόνου τον ενοχλούσε.

Δύο ώρες μετά τα μεσάνυκτα, όπως διαπίστωσε η ειδικευόμενη γιατρός του νοσοκομείου, καθώς οι δύο εφημερεύουσες παιδίατροι    είχαν   αποχωρήσει, το βρέφος παρουσίασε έντονη ταχύπνοια, υποδιαφραγματικές εισολκές και η όλη κατάστασή του επιδεινώθηκε.

Η ειδικευμένη γιατρός επικοινώνησε τηλεφωνικά  με   μια εκ των εφημερευουσών παιδιάτρων και στην συνέχεια χορηγήθηκε στο βρέφος ενδοφλέβιο κορτιζονοειδές  και έγιναν εισπνοές με Aerolin.

Οι γονείς ρωτούσαν με αγωνία την ειδικευόμενη γιατρό για την κατάσταση της μικρής και οι απαντήσεις ήταν μόνιμα ότι η υγείας της «ήταν σταθερή».

Τις πρώτες πρωινές ώρες το βρέφος   παρουσίασε άπνοια, κυάνωση γύρω από το στόμα και ασυστολία (ανεπαρκής συστολή της καρδιάς). Αμέσως ξεκίνησε ανάνηψη από αναισθησιολόγο. Όμως, δυστυχώς, το βρέφος δεν ανατάχθηκε και στις 6,30 π.μ. εξέπνευσε.

Η έκθεση της νεκροψία αναφέρει ότι ο θάνατος δεν ήταν ακαριαίος και προκλήθηκε από πνευμονικό οίδημα μη διαγνώσιμης αιτιολογίας, ενώ διαπιστώθηκε ότι κατά τη διάνοιξη  του θώρακα οι πνεύμονες ήταν οιδηματώδεις, στο λοβό του αριστερού πνεύμονα υπήρχαν μικρές  συμφύσεις και  το στομάχι βρέθηκε γαστροπληγικό.

Οι γονείς ισχυρίστηκαν ότι από την πλευρά των δύο παιδιάτρων   του νοσοκομείου υπήρξαν παραλείψεις   και ότι το κρίσιμο βράδυ   δεν παρέμειναν στο νοσοκομείο καθ΄ όλη τη διάρκεια της βάρδιας τους, αλλά αναχώρησαν και άφησαν την παρακολούθηση του βρέφους στην άπειρη ειδικευόμενη γιατρό, χωρίς να τις δώσουν εντολές και να την ενημερώσουν σχετικά.

Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν η ειδικευόμενη γιατρός να μην διαγνώσει  εγκαίρως την  σοβαρή κατάσταση  του βρέφους, για  να παρέχει την δέουσα ιατρική φροντίδα, ενώ παρέλειψε να ζητήσει εγκαίρως τη  συνδρομή των εμπείρων γιατρών που εφημέρευαν, αλλά και των δύο παιδιάτρων.

Από τα ποινικά δικαστήρια οι δύο παιδίατροι κρίθηκαν αθώες του αδικήματος της ανθρωποκτονίας εξ αμελείας. Η μεν πρώτη γιατί ήταν σε «εφημερία ετοιμότητας», κάτι που μεταφράζεται ότι μπορούσε να παραμείνει στο σπίτι της και να πήγαινε στο νοσοκομείο αν χρειαζόταν. Όμως, ουδέποτε δεν κλήθηκε να πάει στο νοσοκομείο.

Η δεύτερη παιδίατρος αθωώθηκε από την ίδια κατηγορία, καθώς στο   νοσοκομείο ήταν με απόσπαση και δεν υπαγόταν στην οργανική του  δύναμη, με αποτέλεσμα να μην υπήρχε στο πρόγραμμα εφημεριών. Κατά συνέπεια δεν μπορούσε να της καταλογιστεί ούτε εγκατάλειψη θέσης της, αλλά ούτε ότι άφησε αβοήθητο  το βρέφος. Η    ειδικευόμενη γιατρός αθωώθηκε και αυτή.

Αντίθετα από τα   Διοικητικά Δικαστήρια που προσέφυγαν οι συγγενείς διεκδικώντας αποζημίωση για ψυχική οδύνη από την απώλεια του βρέφους, διέταξαν την διενέργεια πραγματογνωμοσύνης από δύο πραγματογνώμονες παιδίατρους.

Μέτα την πραγαματογνωμοσύνη οι δικαστές έκριναν  ότι οι γιατροί  δεν έλαβαν τα αναγκαία  και προβλεπόμενα ή επιβαλλόμενα μέτρα, ώστε να διαγνωσθεί εγκαίρως η νόσος από την οποία έπασχε το βρέφος και να αποτραπεί ο θάνατός του.

Ακόμη, κρίθηκε ότι καμία από τις δύο εφημερεύουσες παιδιάτρους «δεν ασχολήθηκε με την σοβαρή κατάσταση του βρέφους, ώστε να γίνει ο σωστός ακτινολογικός και  καρδιολογικός έλεγχος, που θα ανίχνευε την νόσο».

Οι δικαστές κατέληξαν ότι στοιχειοθετούνται ευθύνες των γιατρών για τον θάνατο του βρέφους και επιδίκασαν στους δύο γονείς, τα αδέλφια της, τον παππού και την γιαγιά το ποσό των 350.000 ευρώ.

Το νοσοκομείο άσκησε αναίρεση στο Συμβούλιο της Επικρατείας, το οποίο όμως  επικύρωσε την εφετειακή απόφαση και δικαίωσε τους συγγενείς.

Πηγή