Γράφει ο Μάκης Μάκκας
Τελευταία συχνά ο νους και η ψυχή μου επιστρέφoυν εκεί, στα παιδικά μου χρόνια, λες και έχει κολλήσει η ταινία της ζωής σε αυτές τις εικόνες που τις βλέπω ξανά και ξανά. Ίσως…
φταίνε τα σαράντα μου χρόνια , έκανα μια στάση απότομη, τράβηξα ένα φρένο και κοκάλωσε η ζωή μου. Δεν τρέχει η ζωή άλλα βρέχει αναμνήσεις, φαντασίες και αισθήματα.

Ίσως να φταίει η λάθος ανθρώπινη πεποίθηση ότι το πλοιάριο μας μπορεί να ταξιδεύει στα ανοιχτά αχαρτογράφητο και το πέλαγο να μοιάζει ανοιχτό απεριόριστο Και ξαφνικά ο χρόνος γίνεται περιοριστικός και βλέπεις το λιμάνι μπροστά σου πλέον και όχι σαν μια κουκκίδα κάπου στο βάθος.

Δεν τρέχει η ζωή άλλα βρέχει αναμνήσεις, φαντασίες και αισθήματα.

Έτσι η βόλτα αυτή στο χθες αναφέρεται στην απώλεια παιδικής ζωής αλλά και του ίδιου μου του πλούσιου και θαυμαστά λεπτομερούς κόσμου, ο οποίος δεν υπάρχει με τον ίδιο τρόπο στον νου κανενός άλλου ανθρώπου.

Οι δικές μου πολύ ζωηρές μνήμες -να χώνω το πρόσωπό μου στα κενά ανάμεσα στα κάγκελα του γηπέδου της ΑΕΚ για να κλέψω δράση από τις προπονήσεις της ομάδας, τα γεμάτα συναρπαστικές δυνατότητες βλέμματα που αντάλλασσα με τα κορίτσια στο δημοτικό , ο πάγκος που με τα κουλούρια είχα στήσει με τον ξάδερφο μεγάλη εβδομάδα έξω από τις εκκλησίες , όλες αυτές οι αναμνήσεις, και άλλες πιο πολυάριθμες κι από τ’ αστέρια του ουρανού, είναι διαθέσιμες μόνο σ’ εμένα.

Γυρνώντας το βλέμμα στο παρελθόν, ένιωσα πικρία για όλα όσα δεν πραγματοποίησα, όσα έχασα και στερήθηκα από την παιδική μου ηλικία με αφορμή μια αιφνιδιαστική μετακόμιση.

Όταν επισκέπτομαι τόπους της παιδικής μου ηλικίας η συναντώ παλαιούς συμμαθητές και παιδικούς φίλους , συγκινούμαι πιο πολύ από παλιά.

Ίσως να νιώθω χαρά που ανακαλύπτω ότι συνεχίζει να υπάρχει κάτι εκεί, ότι το παρελθόν δεν χάνεται στ’ αλήθεια, ότι μπορώ να το ξανα-επισκέπτομαι κατά βούληση.

Ο Περισσός στα χρόνια εκείνα ήταν μια γλύκα, πραγματικά σαν εξοχή, ένα εκχύλισμα ζωής: γειτονιές, με προσφυγικά.

Μονόπατα ή δίπατα περιποιημένα σπιτάκια, μέσα σε αυλές πνιγμένες στις γλάστρες με τριανταφυλλιές, γεράνια, με μουριές, με κληματαριές, και κόσμο να κοιμάται έξω τα καλοκαίρια.

Οι άλλες γειτονιές στην Νέα Ιωνία που ήταν πιο πέρα από μας, όπου τα λέγαμε εμείς «τα χτιστά». Διότι από ένα σημείο ανάμεσα σε πολυκατοικίες και μαγαζιά υπήρχαν και πάλι προσφυγικά σπίτια αλλά ήταν χτιστά με πλίνθους.

Άλλα διώροφα και άλλα μονώροφα, που υπάρχουν λιγοστά ακόμα και σήμερα ,και τώρα πάω και τα επισκέπτομαι και περνάω συγκινούμαι ιδιαιτέρως.

Και αυτά «τα χτιστά» που λέμε, το ίδιο σύστημα και αυτοί: πολύ μικρά δωμάτια, έξω από τα δωμάτια αυτά έχουν τα μικρά τα κουζινάκια που σκύβεις για να μπεις μέσα. Απορώ αυτοί οι άνθρωποι πώς χωρούσαν μέσα εκεί.

Και παρά δίπλα χωράφια και αλάνες γύρω μας, έβλεπες μαργαρίτες όπου γυρνούσες τα μάτια σου και οι πόρτες και τα παράθυρα ήταν πάντα ανοιχτά.

Παντού υπήρχαν λεμονόδενδρα −η μυρωδιά των ανθών πλημμυρίζε τις γειτονιές.Ήταν ένα κανονικότατο «χωριό» η γειτονιά μου λίγα χιλιόμετρα από το κέντρο της πόλης.

Η συνύπαρξη εκείνο τον καιρό δυο διαφορετικών εποχών, έδινε χρώμα και περιεχόμενο σε μια κοινωνία-πανσπερμία απ’ όλες τις γωνιές της Ελλαδικής γης (Ρουμελιώτες, Μωραίτες, Αρβανίτες, Μικρασιάτες) που συμπτωματικά βρέθηκε να ζει σε αυτή την περιοχή

Το μυστικό όμως της γειτονιάς μας ήταν η ανθρωπιά, το χαμόγελο.

Άνθρωποι καθημερινοί, φιλήσυχοι, με το καλημέρα – καλησπέρα , που σπανίζει πλέον στις μέρες μας, και χωρίς να κρύβονται. που πάντα χαιρετούσαν όταν σε έβλεπαν.

Ο γαλατάς από την Ριζούπολη με το τρίκυκλο γύριζε πόρτα – πόρτα σε κάθε γειτονιά.

Ο μπακάλης σου φέρνε τα πράγματα στο σπίτι.

Γείτονες και φίλοι των γονιών μου που δούλευαν πρωί και βράδυ στα εργοστάσια, γυναίκες καθάριζαν σκάλες, φτώχεια… φτώχεια, αλλά ταυτόχρονα κέφι, αγάπη και αρκετή συντροφικότητα.

Οι σχέσεις μας ήταν πιο ουσιαστικές, με γενναιοδωρία, όχι περιέργειας και επιδερμικές.

Εγώ παιδάκι πράμα ήμουν τότε, ένα ταλαιπωρημένο παιδί που γεννήθηκε σε ένα σπίτι όπου οι γονείς αναζητούσαν αυτά που τους συνέδεαν , βρίσκονταν σε διαρκή αναστάτωση, κι έτσι μεγάλωσα σ’ ένα σπίτι συχνής ανασφάλειας και συχνής οδύνης.

Οι γονείς ορισμένες φορές φοβόντουσαν να είναι γονείς. Μάλλον είχαν πληγωθεί όταν ήταν παιδιά, κι αυτό στο πίσω μέρος του μυαλού έμεινε ασυνείδητα ή ασυναίσθητα.

Γιατί έστω και αργά κατάλαβα ότι ο καθένας κουβαλάει τραύματα και απογοητεύσεις.

Έτσι, αναζητησούσα κάποιο καταφύγιο και το βρήκα ορισμένες φορές, σε σπίτια φίλων, στους δρόμους και της πλατείες όπου πλησίαζα για να ξεφύγω από την δύσκολη κατάσταση που βίωνα . Αναζητούσα επιτακτικά την βεβαίωση «σε θέλουμε να υπάρχεις έτσι όπως είσαι. Έχεις μια θέση μεταξύ μας»…

Όμως ακόμη και στις ακραίες συνθήκες κατορθώνουμε να αντέχουμε και να επιβιώνουμε ψυχολογικά και συναισθηματικά. Για να τα καταφέρουμε χρειάζονταν να πιαστούμε από κάτι, και για αυτό κρατιόμαστε από μικροπεριβάλλοντα, μικρές νησίδες ζωής, παρουσίας, αποδοχής και καθοδήγησης..

Όσο για μένα αυτές οι νησίδες ζωής ήταν οι φίλοι, το σχολείο και γείτονες στις προσφυγικές συνοικίες του Περισσού.

Λειτουργούσαν σαν υπαρξιακό σωσίβιο απέναντι σε όλη τη δύσκολη πραγματικότητα φτιάχνοντας έναν κόσμο ζωοδότη για την παιδική ψυχή. Οι φίλοι και συνομήλικοι, η παρέα και το παιχνίδι σε αλάνες και χωματόδρομους ήταν πηγή ζωής μέσα σε αυτή την ακραία κατάσταση που πολλές φορές βίωνα και δεν τις χωρούσε ο νους μου.

Κατασκευάζαμε μόνοι μας παιχνίδια από ξύλα και σύρμα, τους δίναμε σχήμα αυτοκινήτου με στεφάνια ποδηλάτου για ρόδες, αεροπλάνου και πραγματικά πετούσαμε από χαρά

Ήμασταν από νοίκι σε νοίκι. Γυρίσαμε πολλές γειτονιές , αλλάζαμε σπίτι για λίγες δραχμές φθηνότερο νοίκι…κάθε χρόνο και σε χαμηλότερο σπίτι.

Έτσι ζούσαν πάνω – κάτω σε πολλά σπίτια την εποχή εκείνη στον Περισσό.

Γνωρίζαμε ότι ήμασταν στερημένοι αλλά δεν κυκλοφορούσαμε με αίσθηση ντροπής για υλικές στερήσεις για συναισθηματικές ίσως.

Άλλωστε, ορισμένοι γύρω μας τα ίδια πέρναγαν…

Ζούσες κάπως πιο εύκολα, την έβγαζες με τα ψέματα. Υπήρχε φτώχεια, αφραγκίες, και στέρηση, αλλά εκείνη την εποχή τα πράγματα αυτά τα πέρναγες ελαφρά, δεν σε έπιαναν από το μπράτσο. Υπήρχε όμως και όρεξη για την ζωή.

Παίζαμε ασταμάτητα ομαδικά παιχνίδια στους χωματόδρομους και στις αλάνες, σε σχεδόν άδειους δρόμους…ξένοιαστοι και μες την τρελή χαρά.

Τα καλοκαίρια , κάτω στην πλατεία ανεβάζαμε παράσταση τον ” Κατά φαντασία ασθενή” που ήταν και το μεγαλύτερο σουξέ μας.

Το εισιτήριο έκανε 10 δραχμές. Μαζεύονταν η πιτσιρικαρία της γειτονιάς, ,έτα έτρωγες τις εισπράξεις στην ΕΒΓΑ της γειτονιάς σε σοκοφρέτες, πακοτίνια, τσίχλες ,παγωτό γρανίτα λεμόνι – φράουλα και στο θερινό σινεμά για Βέγγο και Μπρους-Λη.

Οι παιδικοί μου φίλοι και συμμαθητές που οι πατεράδες τους δούλευαν στα εργοστάσια και τις οικοδομές και οι μανάδες τους στα υφαντουργεία και τις βιοτεχνίες της Νέας Ιωνίας θα τα θυμούνται όλα αυτά.

Ήταν φτωχός και στερημένος ο κόσμος αλλά μπορούσε να ξεδίνει και να επινοεί ανέξοδους και δημιουργικούς τρόπους για να ελαφρώνει τα βάρη που κουβαλούσε, δίχως να πληρώνει αντίτιμο για αυτή την επιλογή του.

Προσφέρονταν δωρεάν ο ένας στον άλλο, βρίσκονταν στον ίδιο χώρο, κουβεντούλα, διηγήσεις, και τραγούδι γύρω από ένα τραπέζι, μια σκάλα.

Αυτή ήταν η γειτονιά μου στο μυαλό και την ψυχή.

Και αυτές τις εικόνες κάποια στιγμή χρειάστηκε μέσα σε λίγες ώρες να αποχαιρετίσω.

Δύσκολοι αποχαιρετισμοί .

Από την τρυφεράδα της ηλικίας εκείνης μέχρι την στέρηση και τον αποχαιρετισμό. Ο αποχαιρετισμός του παιδικού μου κόσμου ήταν ξεριζωμός, δεν μου τον εξήγησε κανείς με λόγια, δεν τον χώρεσε ο νους μου.

Έχω φωτογραφία στην μνήμη μου, το τελευταίο πρωινό: Το αυτοκίνητο προχωρούσε και όλος ο κόσμος μου είχε μείνει πίσω.

Και όταν υπάρχει μεγάλος ορίζοντας κρατάει χρόνια ο αποχωρισμός.

Αυτό με σημάδευσε, και σε αυτήν την εικόνα μένω συνεχώς.

Ένιωθα ότι τελειώνουν όλα.. Ήξερα ότι θα χάσω την ανεμελιά και το ξένοιαστο της παιδικής ηλικίας.

Να συλλαβίσω λέξη δεν μπορούσα από την συγκίνηση, γύρισα και κοίταξα ψηλά στο σπίτι μου, ήταν τα φώτα και παράθυρα κλειστά με την υπόλοιπη γειτονιά να φεγγοβολά.

Έμοιαζε το σπίτι σαν μια μικρή σκοτεινή νησίδα σε ένα φωτισμένο ωκεανό..

Πέρασαν χρόνια δεν ξαναπάτησα στη γειτονιά, καμία καλή η κακή αφορμή δεν με ξανά έφερε στους δρόμους αυτούς, τα παιδιά δεν τα ξαναείδα, στο παλατάκι δεν ξαναστήσαμε ματς, οι στολές φορεθήκανε Αγρίνιο.

Στο σπίτι είχαμε αγάπη, είχαμε όμως και αρκετές ταλαιπωρίες, αφήσαμε μικρά παιδιά την γειτονιά που ήταν γύρω γύρω συγγενείς και φίλοι και ήρθαμε σε μια ξένη πόλη που δεν την γνωρίζαμε.

Σύντομα οι συνθήκες δυσκόλεψαν και οι επιλογές ελαχιστοποιήθηκαν.

Έπρεπε να πολεμήσουμε σχεδόν μόνα μας.

Δεν νιώσαμε ότι είχαμε υποστήριξη, κι όταν δεν το ‘χεις αυτό, μια ζωή θα σου χρωστιέται.

Αυτό έφερε ανασφάλεια και διαρκή αγωνία.

Που δεν μας εγκατέλειψε σχεδόν ποτέ.

Ακόμη και τις στιγμές που είχες αποκτήσει μια σχετική δυνατότητα, σε έτρωγε μια ανησυχία, μήπως ξαναπέσεις στα δύσκολα.

Αυτή η τρομάρα να σε πιάνει από το πατζάκι και να σε ακολουθεί μια ζωή, μια έννοια ότι σύντομα θα έρθουν να σου τα χαλάσουν αυτά που με δυσκολία έφτιαξες, να σου τα πάρουν.

Θα μου πεις απέκτησα πρόωρα τις επαρκείς γνώσεις ,τις ανάλογες εμπειρίες αντιξοότητας, ορισμένα διανοητικά εργαλεία και την συναισθηματική αντοχή για να διαχειριστώ τα βιώματα, να κατανοήσω, να νοηματοδοτήσω τον κόσμο με τον δικό μου τρόπο και να αντιμετωπίσω την αδικία, την ανισότητα και την σκληρότητα που πληγώνει.

Το κυριότερο να διδαχθώ την ευστάθεια και ανθεκτικότητα, που συνοψίζεται στο επτά φορές να πέφτεις – οκτώ να σηκώνεσαι.

Από την ημέρα που έφυγα από την γειτονιά πέρασαν 29 χρόνια, δεν ξαναπάτησα εκεί , καμία καλή η κακή αφορμή δεν με ξανά έφερε στους δρόμους αυτούς.

Δεν μπορώ να εξηγήσω την επιμονή άρνηση.

Ίσως να μην μπορούσα να αντικρίσω το παρελθόν , να το απωθούσα , να μην είχα την δύναμη να το επεξεργαστώ και για αυτό απέφευγα να περάσω έστω για μια βόλτα.

Πολύ αργότερα κατάλαβα ότι είχαν περάσει πολλά χρόνια από τότε που έφυγα από την γειτονιά , αλλά ήταν εκεί όλα τα κομμάτια μου.

Με όριζε με έναν τρόπο η περιοχή. Και είχα διαρκώς το ερώτημα θα επιστρέψω ποτέ, άραγε;

Κάτι με τραβάει, αυτή την περίοδο, να ξαναπάω στην γειτονιά που μεγάλωσα.

Στον άνθρωπο, τα πρώτα χρόνια ζωής του είναι τα πολύ σημαντικά.

Εκεί ανατρέχεις ορισμένες φορές ακόμη και απελπισμένα για να βρεις κουράγιο.

Αναπολείς, νοσταλγείς παιδικά αισθήματα και φαντασίες, προσπαθείς να τα επεξεργαστείς και να τους δώσεις τις πραγματικές τους διαστάσεις, συναισθηματικά και πνευματικά.

Αν διαβάσεις τα παιδικά σου χρόνια, αντιλαμβάνεσαι τον ίδιο σου τον εαυτό.

Γιατί έκανες τις επιλογές που έκανες στη ζωή σου.

Τα χρόνια αυτά σε μεγάλο βαθμό καθόρισαν τον τρόπο που αντιμετώπισες τις σχέσεις, τον κόσμο, τις δυσκολίες, τα συμπτώματα που ανέπτυξες στην πορεία της ζωής σου.

Γυρνώντας στον παράδεισο της παιδικής ηλικίας όμως, βρίσκουμε και τις πρώτες πληγές…

Τότε λοιπόν ζητάς με κάθε τρόπο να ανασύρεις τα απωθημένα βιώματά σου.

Να τα αντικρίσεις μπροστά σου, να τα συζητήσεις, να τα εκλογικεύσεις.

Να τα αποθέσεις κάπου το βάρος της ψυχής σου.

Τι θυμάσαι πιο έντονα;Τι νομίζεις ότι σε καθόρισε;

Να αφηγηθείς εκ νέου την ιστορία του εαυτού σου δομώντας την αλλιώς, έτσι που σου επιτρέπει να δεις τον εαυτό σου και τους άλλους από μια σκοπιά, στην οποία οι φόβοι σου δεν θα έχουν την ίδια δύναμη πια.

Μπορεί η επαναβίωση γεγονότων να είναι λίγο επώδυνη.

Μπορεί να προκαλέσει ισχυρή συγκίνηση,ωστόσο η ψυχή αυτή θα ξαλαφρώσει γιατί το βάρος που επί χρόνια κουβαλούσε, επιτέλους το απόθεσε έξω από αυτήν.

Με συγκινεί όπως και να’χει το γεγονός ότι δεν σταμάτnσα ποτέ να την ερμηνεύω και να θέλω τώρα με αυτ’η την βόλτα στο χρόνο να τnς δώσω περισσότερο χρόνο, έκθεση και τιμή.

Αν μπορούσα να τα ζήσω όλα απ’ την αρχή, θα ‘θελα να ζήσω τις σχέσεις μου με την αθωότητα της παιδικής ηλικίας.

Τότε που το παιχνίδι έμοιαζε καθαρό, ανοιχτό δίχως ιδιοτελείς σκοπούς και επιδιώξεις.

Αλλά ξέρω ότι αυτό δεν γίνεται πια.

Ήθελα να ταξιδέψω την ματιά και την φαντασία μου ,στα πάρκα και στις αλάνες που έπαιξα, κυνηγήθηκα , στα πρόσωπα που αγάπησα , να αναζητήσω επάνω τους σημάδια και ίχνη που άφησα φεύγοντας , με την προσδοκία ότι γυρνώντας κάποια στιγμή θα τα ξαναβρώ ζωντανά.

Η βόλτα αυτή θα μου μιλήσει για τις παιδικές μου αναμνήσεις, τις λυτρωτικές ώρες ποδοσφαίρου, και των αποκαλυπτικών μου ονείρων, τις νύχτες αγρύπνιας μετά από τους καυγάδες και εντάσεις της οικογένειας και τους πρώτους μου φόβους.

Είναι τέτοιο το συναισθηματικό δέσιμο, οι εκατοντάδες βιωμένες ζωντανές εικόνες και η πνευματική σχέση με τον χώρο, το τοπίο και τους ανθρώπους που μου δημιουργεί την αίσθηση ότι τα βρίσκω όλα όπως τα άφησα -λες και τα 29 χρόνια ήταν μια παρένθεση λίγων μηνών και επέστρεψα έγκαιρα -βρίσκοντας αρκετά στην θέση τους.

Η γειτονιά μου φάνηκε διαφορετική, αλλά όχι ξένη.

Ο περίπατος μου στην παλιά εργατική – προσφυγική συνοικία με θέα τα παλιά βιομηχανικά κτήρια και τα χαμηλά σπίτια είναι αρκετός για να ξαναθυμηθώ τη δυναμική της γειτονιάς.

Το φουγάρο και τα ερειπωμένα πλέον κτίρια με τις κλεισμένες κλωστοϋφαντουργίες, το ταπητουργείο και υφαντουργείο, είναι ακόμη εκεί.

Οι καμινάδες των εργοστασίων δεσπόζουν ακόμη πάνω από τα χαμηλά σπιτάκια των εργατικών συνοικιών και ορισμένες διατηρούν τα ίχνη τους.

Τώρα πια οι καμινάδες δεν καπνίζουν, ούτε κάποια μπουρούν ακούγεται να σφυρίζει για να αλλάξουν οι βάρδιες στις φάμπρικες.

Στα εργοστάσια με τους χιλιάδες βιοπαλαιστές, άντρες, γυναίκες και ανήλικα παλικαράκια. Τρεις καμινάδες έχουν μείνει να θυμίζουν το έντονο βιομηχανικό παρελθόν.

Με λύπη διαπιστώνω παρακάτω κλεισμένα – ξεψυχισμένα , γκρίζα στην όψη μαγαζιά ( καφενεία, ταβέρνες, κουρείο, βιβλιοπωλείο) που την εποχή εκείνη πριν τριάντα χρόνια ολοζώντανα έσφιγγαν εμπορική ζωή, συναλλαγές, χαμογέλα, φωνές. Σήμερα αργοσβήνουν απαρατήρητα.

Στέκομαι και ακουμπώ την μούρη μου στην τζαμαρία…σε αυτό το καφενείο σταματούσα να δώ ή να βρω τον πατερά μου γυρνώντας από σχολείο και βόλτες.

Θυμάμαι ολοκάθαρα παραμονές και ανήμερα εορτών, χειμωνιάτικα βράδια.

Αυτός άμα είχε χρήματα έβγαινε χαμογελαστός με γέμιζε γλυκά και κέρματα και με έδιωχνε για το σπίτι.

Στην αντίθετη περίπτωση (αφραγκία) νευρικός δεν σήκωνε βλέμμα από το τραπέζι από άμυνα και ενοχή όχι από πρόθεση.

Σήμερα στο μαγαζί διακρίνω λίγες σκόρπιες καρέκλες που έχουν απομείνει και δυο-τρείς ξεχασμένες φωτογραφίες του Πάριου και της ΑΕΚ του ’80-οι μεγάλες αδυναμίες του ιδιοκτήτη-.

Βαδίζω λίγα μέτρα παρακάτω , χαίρομαι που επιβιώνουν τα διάσπαρτα στην περιοχή μεσήλικα παρκάκια -πλατείες του ’50- 60 που συναντάς σε κάθε γειτονιά, φτιαγμένα με τα πιο όμορφα και φθηνά υλικά, χώμα, πεύκα και πράσινο.

Ατέλειωτα τα καλοκαιρινά βράδια, με παιχνίδι και κουβέντα ως αργά και με σουβλάκι και αναψυκτικό από το απέναντι ταβερνάκι, που με τα μπλε και κόκκινα λαμπάκια στην αυλή , τα λουλούδια και το χαλικάκι κάτω μύριζε εξοχή.

Τα σπίτια των φίλων μου, τριάρια νοικιασμένα.

Τα φώτα τους ανοιχτά. Τους άφησα παιδιά. Και τώρα σκέφτομαι ότι ίσως ορισμένοι να μένουν σε αυτά τα διαμερίσματα με τις δικές τους οικογένειες.

Ο δρόμος και το μικρό παρκάκι που παίζαμε μπάλα εκεί. Το μόνο που άλλαξε ήταν τα μικρά σπίτια που αντικαταστάθηκαν από μεγάλες πολυκατοικίες.

Ασυναίσθητα έπειτα από λίγη ώρα βρίσκομαι κάτω από τα πρώτο μου σπίτι, δυο δωματιάκια με τις ασβεστωμένες αυλές και τις εξωτερικές σιδερένιες σκάλες.

Τα μικρασιατικά σπίτια, οι μονοκατοικίες με τις κεραμοσκεπές και τους μικρούς κήπους και γενικά η ρυμοτομία της περιοχής που έχει φτιαχτεί τον περασμένο αιώνα παραμένουν ίσως τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία της γειτονιάς μου.

Εδώ γεννήθηκα, εδώ μεγάλωσα, εδώ άρχισα να μαθαίνω ή να κακομαθαίνω τη ζωή, με πολλούς συγγενείς σε διάφορους δρόμους γύρω-γύρω από το σπίτι μας.

Αυτό είσαι εσύ.

Εκεί θα θες να γυρνάς, στις πρώτες δυνατές συγκινήσεις που ένιωσες ως παιδί και στα πρώτα αισθήματα που ένιωσες πριν στα διδάξει η οικογένεια και το περιβάλλον.

Δίπλα στο σπίτι μου έμεναν οι συγγενείς μου, με τις δικές τους οικογένειες. Εργατικός και φιλότιμος κόσμος ..

Είχαμε μεγαλώσει σε μια αυλή, γύρω από την οποία ζούσαν 8 οικογένειες – τσαγκάρηδες, χτίστες, μάστορες, υφαντουργοί, εργάτριες.

Πέτρινα διώροφα σπίτια, αυλές, σκύλοι, γάτες, γιασεμιά, σοκάκια, ανοιχτά παράθυρα και… ησυχία

Οι νοικοκυρές να δροσίζουν τσιμέντα με το λάστιχο και από τα στενά να ξεπετάγονται πιτσιρίκια με ποδήλατα και μπάλες.

Οι κουζίνες των σπιτιών μοσχοβολούσαν αρώματα και γεύσεις, από μπαχάρια, κρεμμυδάκια, σκόρδα και φρέσκια ντομάτα.

Έσπαγαν οι μύτες και θέριευαν την πείνα μας…

Διακρίνω ολοζώντανες στις αυλές των παιδικών μου χρόνων: το χρώμα τους (το άσπρο του ασβέστη και το έντονο των λουλουδιών), τις μυρωδιές τους (του θυμιάματος της μάνας και των ανθών στις γλάστρες) .

Στην άυλη η μάνα είχε μια σκάφη και κάθε Σάββατο μας έπλενε, μας έκανε μπουγάδα όλους,

Στην γειτονιά υπάρχουν ακόμα πολλά προσφυγικά , άλλα ανακαινισμένα και άλλα όπως ήταν παλιά, κλειστά και αγέρωχα.

Ορισμένα απ’ αυτά τα σπίτια είχαν χαμηλά ταβάνια,

ξύλινες πόρτες με φεγγίτες από πάνω, τσιμεντένια πατώματα μπαλκόνια με χειροποίητα σιδερένια κάγκελα και μικρά παραθυράκια σαν χαμόγελο.

Διπλά στο σπίτι του ήταν ένα τέτοιο.

Το κοιτάζω τώρα άδειο και σφραγισμένο και ονειρεύομαι ότι κάποια μέρα θα το ξαναδώ γεμάτο ζωή, λευκά και φωτεινά.

Όλοι οι παιδικοί φίλοι εκεί, στους δρόμους τoυ Περισσού.

Νοσταλγώ εκείνα τα βράδια του Αυγούστου ,καθόμασταν στο γρασίδι κάτω από τον ξάστερο ουρανό και συζητούσαμε για παιδικά φλέρτ, αταξίες της ημέρας.

Συμμορίες τα καλοκαίρια, θρυλικές ποδοσφαιρικές ομάδες συνοικιών, ατέλειωτα παιχνίδια σε δρόμους, εσωτερικούς χώρους παλαιών εργοστασίων, ενθουσιώδη φλερτ, ανομολόγητοι παιδικοί έρωτες.

Τα καλύτερα βιβλία της ζωής μου ήταν οι φίλοι μου.

Ζούσαμε για να μαθαίνουμε ο ένας από τον άλλον.

Κανένας δεν μαθαίνει μόνος του. Η παρέα είναι το καλύτερο σχολείο.

Θυμάμαι την μητέρα μου, τον χειμώνα να κλειδώνει την πόρτα για να μη βγαίνω έξω και παίζω και κρυώνω, δεν με άφηνε να πηγαίνω για μπάλα, αλλά εγώ ήμουν άρρωστος με το ποδόσφαιρο, βλέπεις είχα θεριό μέσα μου να σβήσω, να βγω να παλέψω με τα χώματα και τις μπάλες για να εκτονωθεί.

Έτσι για να φεύγει από το σπίτι πήγαινα και της έλεγα: “Πέρασε η πατριώτισσά σου η κυρα-Ελένη και είπε να πας από ‘κεί για να την βοηθήσεις να τινάξει τα χαλιά, να πλύνει κλπ.

– ψέματα έλεγα…

Για να πάει εκεί ( Ελευθερούπολη) ήθελε μισή ώρα μόνο να φτάσει, και μισή να γυρίσει, και καμιά ώρα που θα κουβέντιαζε, δυο σύνολο.

Κατέβαζα εγώ την μπάλα και έβγαινα στο δρόμο με έβλεπαν οι υπόλοιποι από τα γύρω σπίτια και μαζεύονταν μια ομάδα μέσα σε λίγα λεπτά έτοιμο το ματς..

Συνεχίζω την βόλτα στην παλιά μου γειτονιά

Βαδίζω και παραμιλώ. Σε κάθε γειτονιά, σπίτι φίλων και συγγενών και στάση. Αναγνώριση και απόδοση τιμών και τροχάδην καταγραφή στην μνήμη, στα αισθήματα και την φαντασία.

Με ότι τα έχω συνδέσει τα πρόσωπα, τα γεγονότα και τα κτίρια στην σκέψη μου. Η πληθώρα των εντυπώσεων και αισθημάτων με γονατίζει.

Είναι περίεργο, αλλά αυτό που αγαπάω περισσότερο είναι τα σημάδια της θέλησης και όρεξης για ζωή που άφησαν πίσω τους οι άνθρωποι της γειτονιάς μέσα στον χρόνο, σημάδια, βέβαια, που κάθε χρόνο δυστυχώς είναι και πιο αχνά.

Ένα νοσταλγικό τοπίο γεμάτο με εκφραστικούς ανθρώπους, που ξεδιπλώνουν τα φτερά τους άλλοτε για να βγάλουν ίσα ίσα τη μέρα και άλλοτε για να πετάξουν ψηλά σε μια απέλπιδα προσπάθεια να ξεφύγουν από τα βάσανά τους. Άνθρωποι μεγαλύτεροι, συνομήλικοί, πρόσωπα γνωστά και άγνωστα, ντόπιοι, εσωτερικοί μετανάστες, πρόσφυγες, είναι όλοι εκεί.

Στην μνήμη, τα αισθήματα και την φαντασία.

Αυτοί οι άνθρωποι, παρόλο τον καημό που είχανε, τα προβλήματα και τις δυσκολίες, το κέφι δεν τους έλειπε. Πήγαιναν στις ταβέρνες, πίναν το κρασάκι τους, το ουζάκι τους, τραγουδούσανε. Ήτανε πάρα πολύ εγκάρδιοι.

Οι γείτονες μου Μικρασιάτες, Ρουμελιώτες, Μωραίτες, Ηπειρώτες, συναντιόντουσαν στους δρόμους και στα πεζοδρόμια, στην αγορά στα εργοστάσια, στις οικοδομές και στις μικρές επιχειρήσεις, στις ταβέρνες, και στα καφενεία, στα στους συλλόγους, στα σινεμά, στα θέατρα και στα αυτοσχέδιες γιορτές , όλο και πιο πολλοί, όλο και πιο συχνά, όλο και πιο ανοιχτοί.

Φουσκώνω από θαυμασμό και έκπληξη για τα εναπομείναντα ερειπωμένα βιομηχανικά κτίρια που συναντώ, ταπητουργίες , κλωστήρια, που προκαλούν συγκίνηση για το ένδοξο παραγωγικό και κοινωνικό παρελθόν της περιοχής, μια ολόκληρη βιομηχανική πολιτεία που σιγά σιγά όμως ιχνο αφαιρείτε από κτήρια.

Η ζωή όμως , έχει στοιχειώσει μέσα στα σπλάχνα των εργοστασίων που απέμειναν και έχουν γίνει ένα με το μπετόν και τα σίδερα, τις μηχανές τα συναισθήματα των ανθρώπων που τα δούλεψαν με μόχθο και αφοσίωση πάνω από 80 χρόνια.

Η βιομηχανία των κλωστών και νημάτων, του ερίου, του βάμβακος και της μέταξας.

Άλλωστε δεν μπορώ να ξεχάσω, πιτσιρίκι διέσχιζα εκείνη την εποχή δεκαετία ’80 τη Ν. Ιωνία απ’ άκρη ως άκρη και έμενε στ’ αυτιά μου συνεχώς ο ήχος των ραπτομηχανών.

Δεν ήταν δυνατόν να προχωράς και ο ήχος αυτός να σταματήσει, καθώς σε κάθε στενό υπήρχε τότε και μια βιοτεχνία.

Σε αυτά τα μαγαζιά δούλευαν πολλοί συγγενείς και φίλοι άλλες εργάτριες και άλλοι μηχανικοί και τεχνίτες. Σταματώ στην βαμβακουργία εκεί στο εμβληματικό κτίριο με την πρωσική αρχιτεκτονική, απέναντι από το σταθμό των Πευκακίων, την στήναμε απ έξω κάθε Παρασκευή νύχτα -ημέρα πληρωμής των εργατιών μήπως καμιά θεία μας κοριτσόπουλα τότε, μας δώσει χαρτζιλίκι. Η καψούρα που είχα ήταν μια δερμάτινη μπάλα.. που λεφτά όμως για τέτοια δώρα.. Με μια πλαστική βγάζαμε το μουντιάλ -συνοικιών …Περπατάω ανάμεσα στα παλιά εργοστάσια – βιοτεχνίες και τις παλιές εργατικες γειτονιές και νιώθω την «Καλησπέρα» τους ως μια καθησυχαστική ενέργεια του στυλ «όλα θα πάνε καλά». Όλα αυτά τα χρόνια που στέκονται εκεί έχουν δει τόσα και τόσα!

Με θαυμασμό διακρίνω ότι είναι αρκετοί προσφυγικοί συνοικισμοί ακόμη ζωντανοί σήμερα.

Η πρώτη μου εικόνα είναι τόσο έντονη… Το πράσινο που είναι παντού, τα παλιά προσφυγικά , καλοδιατηρημένα σπίτια που δίνουν την αίσθηση της παλιάς συνοικίας, όμορφες μυρωδιές και κυρίως, άνθρωποι ευδιάθετοι που απολάμβαναν την ζωή τους. Με τα μικρά κτίσματα και τους ασβεστωμένους τοίχους, τις μικρές αυλές , τα δυο μικρά δωμάτια που εξυπηρετούσαν μια ολόκληρη οικογένεια.

Βράδια καλοκαιριού, όταν σχόλαγαν τα υφαντομάγαζα και τα κλωστήρια, άναβαν φωτιές στα ταβερνάκια – ψησταριές και γέμιζε η γειτονιά από τις μυρωδιές από τα εδέσματα της πολιτικής κουζίνας και την ρετσίνα.

Όταν το βράδυ στους προσφυγικές γειτονιές άναβε το ηλεκτρικός και στα σπίτια οι λάμπες, πίσω από τα παράθυρα, τα χωρίς παντζούρια, μ’ ένα κουρτινάκι μόνο, που ο ρόλος του ήταν περισσότερο να στολίσει παρά να κρύψει τη ζωή του σπιτιού, έβλεπες τους ανθρώπους γύρω στο τραπέζι να τρώνε.

Υπήρχε λαϊκή αγορά και πηγαίνανε εκεί οι γυναίκες και κουβαλάγανε πράγματα, μάλιστα η χαρά μου σαν παιδάκι ήταν να με πάρουν στη λαϊκή αγορά, διασκέδαζα πάρα πολύ.

Η περιοχή με ζωντανά τα κύτταρά της, εμμένοντας στους αγώνες, στον ζήλο, στις γιορτές και στη χαρά, ριχνόταν στη δράση με θέληση, πίστη, ενεργητικότητα.

Στην εποχή εκείνη , όλα ήταν κοινωνικός στίβος: δρόμοι, πλατείες, μαγαζιά, αλάνες…

Κάνω μια στάση στην εξερευνητική βόλτα, στέκομαι στο μικρό παρκάκι.Εκεί έδιναν κάθε απόγευμα ραντεβού οι γείτονες.

Είναι και αυτά τα πεζουλάκια στα πεζοδρόμια που λειτουργούσαν ψυχοθαραπευτικά και σκέφτομαι πόσα σπίτια άραγε να κράτησαν ανοιχτά, αλλά και πόσες ζωές έσωσαν..

Θυμάμαι βραδιές το καλοκαίρι, φθινόπωρο, γυναίκες και άνδρες στις γειτονιές έπιαναν τα πεζούλια και ζεστή ανθρώπινη κουβέντα γεμάτη κατανόηση και ενθάρρυνση ,βγάζοντας από μέσα τους , όσα τους βάρυναν, τα αβάσταχτα παράπονα, δυσκολίες, χάρες, λύπες, ευτυχίες.. και ύστερα όταν νύχτωνε για τα καλά ελαφρότεροι πλέον από έννοιες και βάσανα τράβαγαν συμφιλιωμένοι με τις αγωνίες και τους φόβους για το νοικοκυριό τους.

Οι άνθρωποι τα χρόνια εκείνα μετείχαν και φροντίζαν κατά ένα τρόπο τη δυστυχία των άλλων, και μαθαίναν να διαχειρίζονται και τις δικές τους δυσκολίες.

Η πληθώρα των εντυπώσεων και αισθημάτων με γονατίζει… Αρχές της δεκαετίας ’70 είχαν έρθει οι συγγενείς μου σταδιακά ο ένας μετά τον άλλο μέτοικοι στην Νέα Ιωνία , από παιδιά κτηνοτρόφων και γεωργών, μετατράπηκαν με ταχύτητα και σε χρόνο ρεκόρ σε βιομηχανικούς εργάτες και τεχνίτες στην οικοδομή. Το σίγουρο ήταν ότι υπήρχε δουλειά σχεδόν για όλους.

Θυμάμαι σε εορτές και διακοπές να κατεβαίνω με τον ηλεκτρικό με τον πατέρα μου πρωί πρωί πριν ξημερώσει, στην πλατεία Κοτζιά, Ομόνοια, Μεταξουργείο στα καφενεία ή και στα πεζοδρόμια που μαζί με τους άλλους οικοδόμους με τις ταβανόβουρτσες υψωμενές, τους κανναβινους σάκους αναζητούσαν εργασία.

Μάλιστα, εργολάβοι ή νοικοκυραίοι που έχτιζαν και ήθελαν να συγκροτήσουν συνεργείο, ΄έφθαναν την ίδια ώρα και συμφωνούσαν μεροκάματο και αμοιβή κλείνοντας όσους από τους οικοδόμους χρειαζόντουσαν.

Η Ελλάδα πρέπει να αισθάνεται ευγνώμων προς αυτή την γενιά που την “έχτισε” σε γιαπιά και εργοστάσια.

Καταπίνω χιλιόμετρα , περπατώ με τις ώρες. Με τρελαίνουν οι εναλλασσόμενες οπτικές παραστάσεις ..

Υπάρχει μια συνεχή εσωτερική ροή, από εικόνες, αναμνήσεις, ιδέες, που και να κλείσω τα μάτια μου δεν τις ελέγχω.

Δημιουργική φαντασία μα κυρίως επίμονο χάζι. Φαίνεται τελικά πως έχω πολύ δυνατή μνήμη.

Μα προπαντός πολύ έντονα ασκημένη παρατηρητικότητα. «Φωτογραφίζω» όλα τα στοιχεία του περιβάλλοντος, όπου κι αν βρίσκομαι, και «παγιδεύω», φυλακίζω μέσα μου όσα μ’ εντυπωσιάζουν.

Το σχολείο ανακαινίστηκε από το σεισμό του ’99 και δεν το αναγνώρισα. Μου φάνηκε κάπως μικρό, τότε ήταν τεράστιο στα πόδια μου και τη ματιά μου.

Διαπιστώνω με χαρά, ότι πολλές από τις τότε νεόδμητες πολυκατοικίες της δεκαετίας 80-85 που χωνόμουν στις αγκαλιές τους , στις πιλοτές τους και έπαιζα μπάλα και κρυφτό, διατηρούνται ακόμη όμορφες και περιποιημένες , σαραντάρες πλέον ,με τα στολίδια τους ( γλάστρες- φυτά) στα μπαλκόνια, αληθινές κούκλες.

Φυσικά ανάμεσα τους στριμωγμένα , αμίλητα και δίχως να βγάζουν κουβέντα υπήρχαν και τα μικρά παλιά σπίτια που έχουν αυλές και κάμαρες γύρω-γύρω.

Σε μια από αυτές την πιο οικεία , γνώριμη στάθηκα και κοίταξα με προσοχή διερευνητικά γύρω μου. Χάθηκε στο χρόνο η σκέψη μου ,έκλεισα τα μάτια και αυτόματα ήρθαν μπροστά μου εικόνες και οι ήχοι από τα ανέμελα σαββατιάτικα πρωινά, με τις ατέλειωτες ώρες ποδόσφαιρο, τα νυχτερινά κυνηγητά και πλάκες που στήναμε .

Τα σκασμένα μεσημέρια με το ραδιόφωνο καρφωμένο στην ΕΡΑ και όλες τις συσκευές στην διαπασών , συντονισμένες στις αθλητικές μεταδόσεις του Άκη Παναγιωτόπουλου και του Λευτέρη Σαρελάκου, να περιγράφουν με μοναδική ένταση και πάθος τις σχεδόν πολεμικές αναμετρήσεις της ομάδας της προσφυγιάς.

Ολόγυρα στα μπαλκόνια αλλά και τις αυλές γονείς και γείτονες με σοβρακοφάνελα, ανοιχτό τρανζίστορ και φραπέ στο τραπεζάκι να τσεκάρουν όλο ζοχάδα και αναθεματισμούς τα δελτία του ΠΡΟ-ΠΟ.

Σήκωσα ψηλά το βλέμμα στον τελευταίο όροφο.

Βλέπω δυο άνδρες 35- 40 και μια νεότερη κοπέλα, ασυναίσθητα βγάζω μια φωνή “Βαγγέλη” … “Έλα ποιος;” μου απαντάει ένας γεροδεμένος με πλούσιο μακρύ μαλλί και μούσι -Έμενε εδώ στην γειτονιά πριν πολλά χρόνια σχεδόν τριάντα-

Του απαντώ …Ποιος επανέρχεται; Ο Μάκης του φωνάζω…

Τότε ξαφνιασμένος , σχεδόν έκπληκτος , αρχικά με ηχηρή απορία και στην συνεχεία με ενθουσιασμό μου φωνάζει “που είσαι εσύ ρε φιλέ; έλα επάνω”.

Μπαίνω στην είσοδο , στέκομαι στα πόδια της πολυκατοικίας στα “φιλόξενα και οικία σκαλοπάτια της, και αναρωτιέμαι “πόσες φορές αλήθεια δεν λούφαξα σε αυτά, δεν με προφύλαξαν, περιμένοντας να ξημερώσει για να μου ανοίξει ο Βαγγέλης”… Ήμουν βλέπεις φευγάτος- σκαστός από το σπίτι μέσα στην νύχτα μετά από ένα συνήθη οικογενειακό καυγά.

Αισθανόμουν ορισμένες φορές την πίεση να κυλάει μέσα μου, να εισπράττω την επιβαρυντική στάση ότι και οι μεγάλοι δεν έχουν σταθερή βάση ύπαρξης φυσική και ψυχολογική ώστε να σου παράσχουν στα προστασία, αποδοχή και καθοδήγηση, ενώ ζούσες σε έναν κόσμο μεγάλων που δεν ήταν προστατευτικός αλλά απειλητικός.

Ζούσα συχνά τη συμπαιγνία φαντασίας και πραγματικότητας, να βλέπεις και να ζεις τους χειρότερους φόβους να γίνονται πραγματικότητα, χωρίς μάλιστα να σου εγγυάται κάνεις ότι δεν θα επαναληφθεί.

Να γίνονται βιωμένες εμπειρίες, οι χειρότερες φαντασιώσεις, να αισθάνεσαι να σε κατακλύζουν δυο ακραία βιώματα για το παιδικό μυαλό.

Η απειλή και αγωνία για την απώλεια και εγκατάλειψη ενός προσώπου που για την παιδική ψυχή και το μυαλό ήταν ο εκπρόσωπος του κόσμου στη ζωή. Για έμενα το πρόσωπο αυτό ήταν της μάνας, από τη δική της αγάπη και φροντίδα εξαρτιόμουν απολύτως σε εκείνη την ηλικία. Στα μάτια της κοιτούσα απεγνωσμένα το ζωοδότη μήνυμα ότι ο «κόσμος των μεγάλων» ήθελε να έρθω στην ζωή, είναι μαζί μου και έφτιαξε μια θέση για μένα(Ήμουν ένα παιδί μόλις 10 ετών τρομερά άγραφο και νωπό, για μια ακόμη εμπειρία τραυματική, σφουγγάρι και όλα αυτά τα βιώματα με περιέχουν και η επαναβίωση τους είναι κάποιες φορές φοβογόνος και άλλες ευχάριστη).

Χτυπώ την πόρτα, θαρρώ πιο δυνατά ακούγονταν ο χτύπος της καρδίας μου, ο Βαγγέλης με ένα πλατύ χαμόγελο με υποδέχεται που είσαι εσύ ρε φίλε ; Χάθηκες μου λέει, τόσα χρόνια σιγή ασυρμάτου – ένα βήμα πριν σου φέρουν πακέτο έφτασα του είπα χαμογελώντας – “Σε μελετούσα όλα αυτά τα χρόνια με την μάνα μου και τις αδέρφες μου”, μου ψιθυρίζει.

Τον άκουγα αμίλητος μισοδακρυσμένος και έκπληκτος γιατί όχι μόνο με θυμόνταν καθαρά αλλά μου εξιστορούσε και λεπτομέρειες από τον κοινό παιδικό μας βίο. Τόσες, που ξεπερνούσε και έμενα που παινεύομαι για την γερή μου μνήμη.

Δεκάδες οι διηγήσεις για ομηρικές ποδοσφαιρικές μάχες που στηθήκαν σε αυλές εργοστασίων, νταμάρια και προαύλια εκκλησιών και σχολείων.

Τα λόγια του Βαγγέλη, γιατί μου είχε πει πολλά, ξύπνησαν μέσα μου αλλοτινές επαφές και συναντήσεις απ’ την παλιά γειτονιά.

Ήμουν παρών μόνο στις διηγήσεις

Εξήγειραν ζωηρές εντυπώσεις , την πληγή απ’ τις πρώτες εντυπώσεις της οικογένειας.

Όλα όσα ακούω περνούν σαν τρέιλερ μπροστά μου .. Για τα παιχνίδια μας στο άλσος Νέας Φιλαδέλφειας που ήταν μια όαση στην περιοχή.

Πηγαίναμε πιτσιρίκια πολύ συχνά βόλτα με τα πόδια ή για ποδήλατο και το καλοκαίρι στο θερινό σινεμά που βρίσκονταν μέσα στο άλσος.

Ήταν ακόμα όμορφο, γεμάτο πεύκα και αγριολούλουδα, πουλιά και την λιμνούλα με τις πάπιες και τον ανεμόμυλο…

Μας καθήλωνε ο παλιός ζωολογικός κήπος. Κάθε Πρωτομαγιά κατά μήκος του άλσους νέα Φιλαδέλφεια είχε ένα μεγάλο πανηγύρι – παζάρι για τρεις μέρες νομίζω, χανόμουν στους πάγκους των εμπόρων με κάθε λογής πράγματα, ,ρούχα ζωάκια, βραχιόλια, υφάσματα, κατσαρόλες, κουτιά με ξύλινα παιχνίδια, ο αέρας μυρίζει τσίκνα και ποπ κορν.

Η λαϊκή της γειτονιάς πάλι ήταν μια κατηγορία μόνη της.

Άκουγα τα καλύτερα ανέκδοτα και τις μεγαλύτερες σοφίες κάθε Σάββατο που πήγαινα με την μάνα μου. Moυ ανέφερε για τις γιορτές του Αη-Γιάννη που ανάβαμε φωτιές μέσα στο δρόμο και παίζαμε και τραγουδούσαμε.

Στην συνεχεία του ζήτησα επίμονα, κάτι σαν εντολή να μου μιλήσει για την τύχη των φίλων , συμμαθητών , γειτόνων μας και αυτός άρχισε την εξιστόρηση με τις περιληπτικές βιογραφίες από τις κοπέλες… χαμογελώντας.

“Έλα να σου δείξω φωτογραφίες να τους θυμηθείς μου απάντησε”, και έβγαλε άλμπουμ με παιδικές και εφηβικές φωτογραφίες.

Χαρμολύπη, αισθανόμουν να εχάσα πολλά πράγματα, μου έδειχνε φωτογραφίες από τα μετέπειτα παιδικά και εφηβικά του χρόνια, τα πρόσωπα και σώματα φίλων που άλλαζαν και εγώ που ήμουν απών, και μια θλίψη με διαπερνούσε,

Η ζωή που δεν έζησα….

Βουναλάκι ανεβοκατέβαινε μέσα μου, ρίχτηκα στις φωτογραφίες , εδώ με τον Λύσανδρο στην λεωφόρο Ηρακλείου στην παρέλαση το 88, με την ομάδα της γειτονιάς καλοκαίρι του 90 στην Καλογρέζα , Γιορτή Χριστουγέννων το 1987 στο σχολειό, εδώ στο παρκάκι με τους γονείς μας , εδώ στο γήπεδο της ΑΕΚ το ’87 σε Ευρωπαϊκό αγώνα. Δεκάδες οι εικόνες, απογοήτευση για μένα όμως, μόνο μια φωτογραφία τραβηγμένη πριν το 86 , σε όλες ήμουν αδικαιολογιτα απών, είχα φύγει πλέον.

Δεν βγάζαμε πιο μικροί ρε Μάκη, μου είπε ο Βαγγέλης σχεδόν παρηγορητικά, με έπιασε βλέπεις το παράπονο μου.

Ο Βαγγέλης συνέχιζε να μου δείχνει φωτογραφίες… 8ο δημοτικό ,προσφυγικό, τεράστιο πετρόχτιστο με προαύλιο σαν γήπεδο, με θεά τα εργοστάσια, το γκρέμισαν το 99 λόγο των σεισμών , έχει μείνει ακριβώς πίσω τούτο τεράστιο πετροφραγμένο βιομηχανικό οικόπεδο με γκρεμισμένα κτήρια και την πανύψηλη καμινάδα μέσα στην μέση.

Το 8ο δημοτικό ήταν ένα όμορφο σχολείο με σχέδια, χρώματα, παιδικές ζωγραφιές, ζωντανά χρώματα και λουλούδια. για μένα περικλείει τις καλύτερες εμπειρίες της ζωής μου.Παιδικές φιλίες, χαρά και φωνές παιδιών, ανεμελιά. Είναι πολύ όμορφο να παιδάκια στον μικρόκοσμό μας.

Γυρίζω σε ένα περιστατικό που τώρα είμαι σε θέση να καταλάβω ότι ψυχικά και συναισθηματικά με χάραξε, κρατούσα κάτω από το θρανίο σφιχτά το χέρι τον συμμαθητών μου , στο τελευταίο μάθημα, απογευματινή βράδια πριν φύγω.. χάζευα έξω, νύχτωνε και εκείνη την στιγμή περνούσαν οι εργάτριες της αθηναϊκής κλωστοϋφαντουργίας για να πιάσουν δουλειά.Θυμάμαι και την θεία μου, σχεδόν κοριτσόπουλο 17 ετών να μου στέλνει φιλιά. Σαν να ήταν μου έρχονται χθες οι εικόνες μου με τις βάρδιες των εργοστασίων και τα σφυρίγματα των σειρήνων.Εργάτες και εργάτριες ομάδες-ομάδες, πρωί-πρωί, με το φαγητό τους στα μικρά τενεκεδάκια τους να σπεύδουν, με τα πόδια πάντα, παρά τις αποστάσεις, στα εργοστάσια

Από το μπαλκόνι του βλέπω το σπίτι μου, με παίρνουν βροχή τα κλάματα, προσπαθώ να αποθήσω, να ξεχαστώ, να κρύψω την θλίψη. Στα αλήθεια δεν ξέρω τον λόγο που με πονάει, αυτά που έζησα, ή για αυτά που έλλειψα.

Σηκώνομαι να φύγω .. χαιρετώ τον Βαγγέλη. με παράπονο μου λέει έπρεπε να έρθεις νωρίτερα ρε Μάκη.

Οι παλιοί συμμαθητές δίνουν την αίσθηση ότι μπορείς να τους εμπιστευτείς, οι παλιές αγάπες αναζωπυρώνονται, όλοι είναι μέλη ενός δράματος που ξεκίνησε να παίζεται πριν από πολύ καιρό μπροστά σ’ ένα φόντο απεριόριστης ελπίδας.

Τίποτα δεν κάνει πιο χειροπιαστό τον κύκλο της ζωής απ’ το να βλέπεις τους φίλους σου απ’ το σχολείο να έχουν πλήρως ενηλικιωθεί και μάλιστα γεράσει.

Στον δρόμο οι εικόνες του χθες ταράζουν το νου μου, η σκέψη τις διαστέλλει και με πηγαίνει στον Όλυμπο της ψυχής, για να συλλογιστώ γλυκά: πως θα ήμουν άραγε εάν δεν έφευγα έφηβο παλικαράκι- μαθητής γυμνασίου και μεγαλύτερος Θα έκανα παρέα ακόμη με τους φίλους μου;, θα χτυπούσε με τον ίδιο ανυπόμονο χτύπο η καρδιά μου στην θέα των πρώιμων παιδικών μου φλερτ….Ίσως κάνω την βόλτα αυτό στο χρόνο για να δω τι εχάθη από τη παιδική μου ζωή, που δεν εκτίμησα γιατί το μυαλό για χρόνια θαμπώθη κι «εσαλεύθη» από τα μάταια, που με παρέσυραν μακρυά από τη ρίζα.

Νοιώθω τυχερός που έχω τουλάχιστον τη μεγάλη τούτη ευτυχία να τα ξανά βλέπω πολλά ολοζώντανα, αλλά και θλιμμένος που έχασα για πολλά χρονιά κείνα που με κινούσαν!

Μεγάλη το λοιπόν τούτη η ευτυχία να τα ξαναφέρνω στο νου, να τα βάζω στην ψυχή και να τα ζω στη σιωπή! −ιδού το κέρδος μου…

Κάνεις δεν μπορεί να χωρέσει στην αρχική εικόνα και μένω ολόκληρες ώρες καθηλωμένος εκεί. ξαναπαίρνω από το σχολειό, στέκομαι στα κάγκελα δεν μπορώ να δεχθώ ότι ένα κτίριο που είμαι δεμένος περισσότερο από το σπίτι μου ( ενοίκια, δεκάδες μετακινήσεις) άλλαξε τόσο πολύ μορφή , ίσως και να μην με ενοχλεί τόσο που τα χαμηλά σπίτια που έγιναν πολυκατοικίες, όσο το σχολειό που γκρεμίστηκε και ξανακτίστηκε από την αρχή, είναι εκατοντάδες βλέπεις οι ψυχές που μεγάλωσαν μέσα του επι σχεδόν 60 χρόνια.

Η ανακατασκευή του σχολειού μου τάραξε, αναζητούσα μα δεν έβρισκα στο καινούργιο κτίριο τις γωνίες, τις κρυψώνες και τα άλλα σημάδια που είχα χαράξει. Αντίθετα η πρόχειρη αίθουσα απέναντι ένα μαγαζί στο ισόγειο μια κατοικίας είναι όπως την είχα αφήσει.

Εκει έκανα την τελευταία ώρα μαθήματος.Σε τέτοιες στιγμές αποκτούμε επίγνωση του γεγονότος ότι ο κόσμος μας θα εξαφανιστεί, κι ακόμα ότι κανείς δεν μπορεί να μας συντροφέψει πλήρως στο ταξίδι μας στην ζωή.

Σκύβω από το παράθυρο και κοιτώ στο υπόγειο της πολυκατοικίας διπλά στο σχολείο.. μια εικόνα ασπρόμαυρο καρτ ποστάλ: δεκάδες ραπτομηχανές, τόπια και κλωστές..

Ένα ακόμη καλτσάδικο από τα δεκάδες που λειτουργούσαν στα υπόγεια πολυκατοικιών .αφημένο στο χρόνο λες και τα εγκατέλειψαν ξαφνικά μια μέρα . Ακόμη μηχανές κλωστές και τοπία.

Το θυμάμαι εν λειτουργία, με τα κορίτσια ριγμένα πάνω από τις μηχανές, να λούζονται τα μαλλιά τους από τις λάμπες εργασίας και να δουλεύουν ολόκληρες νύχτες υπό τους ήχους του Λουίζου να σκεπάζουν την φασαρία : “Όλα σε θυμίζουν ” Μια ηλικιωμένη κυρία από την απέναντι αυλή με παρατηρεί επίμονα να κάθομαι τόση ώρα στο παγκάκι και κοιτώ μια το σχολείο και μια το φουγάρο από το εργοστάσιο ακριβώς πίσω. αυτό απέμεινε με το μαντρότοιχο από το τεράστιο βιομηχανικό κτήριο . που έπεσε πριν δέκα χρόνια.

Μετά από κάποια στιγμή , με φωνάζει, νεαρέ έλα πιο κοντά , από τις ελάχιστες φορές που άκουσα κάποιον να με προσφωνεί ετσι τα τελευταία χρόνια. Με ρωτάει κατευθείαν το όνομα μου, την κοιτώ στο πρόσωπο, ίσως κάποια φίλη της μάνας μου.. Μάκης της λέω. Ο Σεραφείμ μου λέει με σιγουριά..Ναι απαντώ με έκπληξη και χαρά.. Η δασκάλα σου είμαι η κυρία Ελένη μου λέει και αμέσως ζωγραφίζεται στο πρόσωπο της ένα αριστοκρατικό χαμόγελο , είσαι μαθητής της εξαετίας 81_ 86 Κατάλαβα ότι ήσουν παλιό ς μαθητής μου ,γύριζες σαν τον χαμένο σκύλο γύρω από το σπίτι του, ύστερα κάθισες στο προαύλιο έβαλες το πρόσωπο μέσα στα κάγκελα και κοιτούσες ολόγυρα και φώτιζαν τα μάτια σου..Δεν το πιστεύω , την κοιτώ και την ξανακοιτώ τουλάχιστον 80 η ηλικία της..

Πενηντάρα την είχα αφήσει, σιγά σιγά σχηματίζω την εικόνα της και η φωνή της αναλίωτη και έρχεται και ξαναέρχεται με την ίδια ένταση στα αυτιά μου. Αχ κάλε μου Σεραφείμ, μου ταξίδευες συνέχεια στο παράθυρο σε έχανα ώρες ώρες, χρόνο με τον χρόνο δεν σε μάζευα. Πρωτεύουσες χώρων και πρωθυπουργούς σε ρώταγα για να σε βοηθήσω.. και εσύ μόνο τότε όλο χαρά και καμάρι πεταγόσουν, στα μαθηματικά και την γεωμετρία μου κρυβόσουν κάτω από τα σώματα των συμμαθητών στα μπροστινά θρανία.

Μου έφυγες ξαφνικά στην αρχή της έκτης , σε είχα έννοια.

Στην Τρίτη τάξη του Δημοτικού κατάλαβα ότι αυτό που σου άρεσε πιο πολύ απ’ όλα να κάνεις ήταν να γράφεις εκθέσεις”. Μιλούσες στο κείμενο για την άνοιξη και μ’ αυτά που έγραφες μοσχοβόλησε όλη η τάξη.

Κάθε Δευτέρα γράφατε έκθεση για το πώς περάσατε την Κυριακή κι ενώ εγώ ήξερα από τους συμμαθητές στην γειτονιά ότι δεν είχες περάσει καλύτερα απ’ όλους, έγραφες την καλύτερη. Λύγισαν τα πόδια μου, έτρεχαν τα μάτια μου.. Κάθισα ώρες στην αυλή της ..

Μου διηγήθηκε ιστορίες, για την περιοχή , την ζωή των μαθητών της. κατέβηκε από την έδρα το 96. Μια έφηβη 82 ετών, με μυαλό σπινθηροβόλο. Φωνή και προφορά, υποβλητικές. Η ανθρώπινη ζεστασιά διάχυτη. Το γέλιο αβίαστο. Μοναδική οξύνοια δεμένη με παιδική τρυφερότητα.

Την αποχαιρέτησα λέγοντας σχεδόν ψιθυριστά “Θα είσαι πάντα εδώ μαζί μου, μέσα στην καρδιά μου”».Είναι η πεποίθηση ότι ένας άνθρωπος μπορεί να εξακολουθήσει να υπάρχει, όχι στην ατομική προσωπική του διάσταση, αλλά μέσα από αξίες και πράξεις που συνεχίζουν ν’ αγγίζουν τις μελλοντικές γενιές, μπορεί να είναι μια πολύ ισχυρή παρηγοριά για οποιονδήποτε αγωνιά.

Μέσα από τα κτήρια, τους δρόμους ,τα πάρκα , τους ανθρώπους έζησα μέσα σε λίγες ημέρες σχεδόν τριάντα χρόνια απουσίας .

Φαντάζομαι την ζωή μου από εκείνη την ηλικία και μετά χωρίς τους φόβους, πανικούς και τις αδυναμίες μου

Πέρα όμως από την ελπίδα, πέρα από την απελπισία για αυτά που στερήθηκα ,και το αναπάντητο ερώτημα πως θα ήταν άραγε η ζωή μου και των δικών μου εάν δεν φεύγαμε τόσο βιαστικά και επιπόλαια , συμφιλιώνομαι ότι όλα αυτά τα χρόνια ίσως στάθηκα τυχερός, αφού μου αφέθηκε όσο γίνεται πιο ελεύθερος ο χρόνος της φαντασίας, που είναι ένα ζωτικός χρόνος, ένας δημιουργικός χρόνος, ο οποίος δεν έβαζε σχήματα στον χώρο και στον χρόνο και μου στάθηκε βοηθητικός σχεδόν παρηγορητικός και με οδήγησε να ξετυλίγονται τα χρόνια μπροστά μου και φαντάζομαι την παρουσία μου μέσα στα 28 αυτά χρόνια λες και ήμουν παρών και δεν έλειψα μέρα. Από μικρο παιδί δεν τα πήγαινα καλα με την πραγματικότητα, δεν έγινα εραστής ή υπηρέτης αυτής της πραγματικότητας.

Πάντα έψαχνα στο φαντασιακό, μέχρι τα όρια του ψεύδους. Δεν είχα επενδύσει στην πραγματικότητα.

Μου αναπλήρωσε όλα όσα έχασα. Σαν μια ελεύθερη δύναμη που με ενώνει με τους ανθρώπους μου μέσα στον κόσμο και στο χρόνο , μου επίτρεψε λογής λογής παιχνίδια, να φαντάζομαι γιορτές και καλοκαίρια που δεν έζησα να παρουσιάζονται ολοζώντανες μπροστά μου: έφηβος στο γυμνάσιο της γειτονιάς μου, παλικαράκι ο αδερφός στα γήπεδα, τους θείους εν ζωή σαραντάρηδες, τους γονείς μου για λίγες στιγμές αγαπημένους και συμφιλιωμένους με τις αδυναμίες και εμψυχωμένους με τις κρυφές δυνάμεις τους. θυμάμαι μάλιστα ότι το πρώτο καιρό, που έφυγα από την Αθήνα έβλεπα συνεχώς στον ύπνο μου: τα αγαπημένα μου πρόσωπα και την γειτονιά μου, τους φίλους μου. Συνήθως το πρωί ξυπνούσα απογοητευμένος και με δυσκολία πήγαινα εάν τελικά πήγαινα σχολείο.

Συμφιλιώνομαι με την ιδέα ,ο χρόνος είναι ταυτόχρονα και δημιουργός και καταστροφέας Χάρη στον χρόνο δημιουργήθηκε το σχολείο, φύτρωσαν τα δένδρα στα πάρκα που παίζαμε, δημιουργήθηκε η γειτονιά που μεγάλωσα και τώρα χάρη στον χρόνο επίσης πεθαίνουν, χάνονται, γκρεμίζονται και μετατρέπονται, σε κάτι άλλο μέσα σ’ αυτόν τον κόσμο. Η αγωνία μήπως έσβησαν τα ίχνη, χάθηκαν τα σημάδια μου στο χώρο και το χρόνο τώρα δεν προκαλεί καμία αγωνία και να είναι μόνο καθησυχαστικό και ηρεμιστικό είδος σκέψης.

Ο καλύτερος τρόπος για να εκτιμήσουμε τη μετέπειτα ζωή μου, για να νιώσουμε συμπόνια για τους άλλους, για ν’ αγαπήσουμε οτιδήποτε πολύ βαθιά, είναι ότι πλέον έχω επίγνωση ότι οι εμπειρίες αυτές είναι προορισμένες να χαθούν.

Γύρισα τις γειτονιές όλες, τέρμα Περισσού, Λαμπρινή, Αγία Αναστασία, σε όποιες γωνιές, πλατείες και δρομάκια έπαιξα μπάλα, κρύφτηκα και κυνηγήθηκα. Τα σπίτια των θείων και συγγενών, κάθισα στα σκαλοπάτια τους. Δεν ήταν πλέον εκεί, άλλοι μετακόμισαν, άλλοι φύγανε τόσο νωρίς από κοντά μας.

Πήγα στις 11 τη νύχτα με τον οδηγό της ψυχής μου και έφυγα στις 8 το πρωί. Καθόμουν με το χέρι σφιγμένο, όπως τότε. Περίμενα να ξυπνήσουν όλοι να δω κανέναν από τους φίλους και γείτονες, μήπως και μπορέσω να τους αναγνωρίσω.

Με καμένο το λαιμό μου από το παράπονο και τη νοσταλγία.

Όλα οσα άκουσα και είδα είναι αναμνήσεις τέλειες, βαθύτατες, αυθεντικές,ευαίσθητες,γεμάτες αναπολήσεις. τα βάσανα της παιδικής ηλικίας, η αίσθηση με την οποία πρωτογνώριζα και πρωτοαισθανόμουν τον κόσμο, τα πρόσωπα φίλων και συγγενών που την σχηματίζουν και μια σκέψη όχι πολύ φορτωμένη, σχεδόν αθώα.

Βλέπω έξω από το παράθυρο του τρένου την κίνηση στο δρόμο, ξημερώνει, αυτή την ώρα πέφτει δροσούλα, η γη μυρίζει λιγάκι, τα δένδρα, το χώμα ,οι πρωινές φωνές, κόσμος είναι γεμάτος ομορφιά και ποικιλία ,τα καταπληκτικά χρώματα της φύσης που είναι πολύ μεγαλύτερη από εμάς -και αυτό ασυνείδητα με γαληνεύει.

Αισθάνομαι ότι αυτή η βόλτα στο χρόνο με βοήθησε να ξεδιπλωθώ, να αναγνωρίσω τον εαυτό μου, τα καλά και τα κακά σημεία μου.

Έχουν δίκιο που λένε ότι τα πρόσωπα που μας έχουν πονέσει είναι ιερά και τα οδυνηρά αισθήματα κορακοζώητα..

Ο χρόνος είναι αυτός που σκονίζει τα πράγματα στην αρχή για να έρθει να τα ξεσκονίσει στη συνέχεια…Ο χρόνος είναι σαν το νερό: κυλάει και ξεσκεπάζει την αλήθεια…

Γνωρίζω λίγο τη φθορά μου,τις αδυναμίες μου,τους φόβους μου, αυτά που με καθόρισαν. Ποιος πραγματικά είμαι. Θεωρώ ντροπή να τα κρύψω.

Τώρα πλέον είμαι σε θέση να γνωρίζω ότι δεν υπάρχει κάτι πιο υπονομευτικό της ταυτότητας ενός παιδιού από το να ζει ενοχικά, να ζει μέσα στην ντροπή. Κρυμμένο από τον εαυτό του ως φταίχτη ενός φανταστικού εγκλήματος που πότε δεν έκανε.